Το The Marginalian επιστρέφει στο έργο του Βρετανού φιλοσόφου Άλαν Γουάτς (Alan Watts), ο οποίος περιγράφεται εδώ ως πρωτοπόρος της διδασκαλίας του Ζεν στη Δύση και διαχρονικός σοφός. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η αξία του έγκειται στην ικανότητά του να αναδεικνύει τη χρόνια συνήθεια του σύγχρονου πολιτισμού να συγχέει την ουσία με το ομοίωμά της: την πεποίθηση με την πίστη, το χρήμα με τον πλούτο, την παραγωγικότητα με την παρουσία, το εγώ με τον αληθινό εαυτό, τη διέγερση με τη σοφία, το κέρδος με τον σκοπό.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα εμφανίζεται στην ανθολογία του 1970 Does It Matter? Essays on Man's Relation to Materiality. Εκεί ο Γουάτς στρέφεται σε μια ακόμη δυαδικότητα με βαθιές προσωπικές και κοινωνικές συνέπειες: τη σχέση ανάμεσα στη βιασύνη και τον σωστό συγχρονισμό. Αναρωτιέται ποιο είναι ακριβώς το «καλό» στο οποίο αποβλέπουν οι άνθρωποι κάνοντας και τρώγοντας πράγματα που υποτίθεται ότι τους κάνουν καλό. Το ερώτημά του απηχεί τις ιδέες του Σενέκα για την ακατάπαυστη απασχόληση και τον γνωστό θρήνο του Μπέρτραντ Ράσελ: ποιο θα είναι το όφελος της κατάκτησης της άνεσης και της υγείας, αν κανείς δεν θυμάται πώς να τις χρησιμοποιήσει.
Για τον Γουάτς το ερώτημα αυτό είναι αυστηρά ταμπού, επειδή μια σοβαρή διερεύνησή του θα απειλούσε ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνική τάξη. Θα ήταν σαν να ανακαλύπτει ο γάιδαρος ότι το καρότο που κρέμεται μπροστά του για να τον κάνει να τρέχει είναι δεμένο με ένα ραβδί στο δικό του κολάρο. Το αγαθό που κυνηγάμε, υποστηρίζει, υπάρχει μόνο και πάντα στο μέλλον.

Επειδή οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν μπορούν να σχετιστούν με το αισθητηριακό και υλικό παρόν, γράφει, είναι πιο ευτυχισμένοι όταν τα καλά πράγματα αναμένονται, παρά όταν συμβαίνουν. Αντλούν τόση έξαψη από την προσμονή των απολαύσεων και τη βιασύνη να τις προϋπαντήσουν, ώστε δεν μπορούν να επιβραδύνουν αρκετά για να τις απολαύσουν όταν έρθουν. Το αποτέλεσμα, λέει, είναι ένας πολιτισμός που πάσχει από χρόνια απογοήτευση, «ένα τρομερό σμήνος κακομαθημένων παιδιών που σπάνε τα παιχνίδια τους».
Ο Γουάτς βρίσκει αντίβαρο σε αυτό που ονομάζει συγχρονισμό. Υπάρχει πράγματι κάτι σαν τον σωστό συγχρονισμό, γράφει, και είναι η τέχνη της κυριαρχίας στον ρυθμό. Όμως ο συγχρονισμός και η βιασύνη αλληλοαποκλείονται. Η διάκριση έχει σημασία επειδή μεγάλο μέρος της επικίνδυνης βιασύνης μας πηγάζει από μια ανεξέταστη εξάρτηση από το ρολόι.
Περιγράφει τον χρόνο του ρολογιού ως απλώς μια μέθοδο μέτρησης κοινή σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες, με το ίδιο είδος πραγματικότητας — ή μη πραγματικότητας — που έχουν οι νοητές γραμμές γεωγραφικού πλάτους και μήκους. Με αυτό το κριτήριο, η παρούσα στιγμή δεν είναι παρά μια απειροελάχιστη γραμμή που ιδανικά δεν θα έπρεπε να έχει καθόλου πλάτος. Όποιος είναι μαγεμένος από το ρολόι δεν έχει επομένως παρόν· το «τώρα» γίνεται απλώς το γεωμετρικό σημείο όπου το μέλλον μετατρέπεται σε παρελθόν.
Απέναντι σε αυτή την αφαίρεση ο Γουάτς τοποθετεί την άμεση, υλική αντίληψη. Αν αισθανθείς και νιώσεις τον κόσμο υλικά, υποστηρίζει, ανακαλύπτεις ότι ποτέ δεν υπάρχει, δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει τίποτε άλλο εκτός από το παρόν. Αυτό το βιωμένο παρόν είναι για εκείνον η βάση της πραγματικής εμπειρίας και της τέχνης.
Για την τέλεια εκτέλεση οποιασδήποτε τέχνης, γράφει, αυτή η αίσθηση του αιώνιου παρόντος πρέπει να εισχωρήσει στα κόκαλά μας, γιατί είναι το μυστικό του σωστού συγχρονισμού. Η οδηγία που συνάγει είναι απλή και απαιτητική: όχι βιασύνη, όχι χρονοτριβή — μόνο η αίσθηση ότι ρέουμε με την εξέλιξη των γεγονότων όπως χορεύουμε με τη μουσική, χωρίς να προσπαθούμε ούτε να την προσπεράσουμε ούτε να μείνουμε πίσω. Η βιασύνη και η καθυστέρηση είναι εξίσου τρόποι αντίστασης στο παρόν.
Το The Marginalian χαρακτηρίζει το Does It Matter? εξαιρετικό ανάγνωσμα στο σύνολό του και το τοποθετεί δίπλα σε άλλους στοχασμούς για την παρουσία, την ενσυνειδητότητα και την τέχνη της αναμονής, μεταξύ των οποίων και η διαχρονική υπενθύμιση της Άνι Ντίλαρντ ότι ο τρόπος με τον οποίο περνάμε τις μέρες μας είναι ο τρόπος με τον οποίο περνάμε τη ζωή μας.





Σχόλια