Δείκτες
ΚόσμοςΟυδέτερα

Η επιστροφή του απωθημένου στη Γερμανία και το αδιέξοδο της μετανάστευσης

Ο Nathan Gardels επαναφέρει μια συζήτηση του New Perspectives Quarterly από τη δεκαετία του 1990 και δείχνει πώς η άνοδος της ακροδεξιάς, κυρίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία, συνδέεται με τα απωθημένα της μεταπολεμικής ταυτότητας, τη μετανάστευση και την ανάγκη του ανήκειν.

Η επιστροφή του απωθημένου στη Γερμανία και το αδιέξοδο της μετανάστευσης
Φωτογραφία: Noema

Βασικά σημεία

  • Η άνοδος νεοναζιστικών κομμάτων, κυρίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία, φτάνει έως και 44% σε περιφερειακές εκλογές.
  • Το άρθρο συνδέει την επιστροφή του εθνικισμού με απωθημένα της μεταπολεμικής Γερμανίας, την απώλεια της Heimat και την ανασφάλεια από τη μετανάστευση.
  • Ο Gardels προτείνει ασφαλή σύνορα, μετανάστευση με κριτήρια, αναθεώρηση του ασύλου και ενεργητική ένταξη αντί για απόλυτα ανοιχτά ή ερμητικά σύνορα.
  • Θεωρεί ότι οι ανοιχτές κοινωνίες χρειάζονται καθορισμένα σύνορα και ότι η ισορροπία ανήκειν και ένταξης είναι κεντρικό πρόβλημα του 21ου αιώνα.

Η Γερμανία ζει την επιστροφή όσων θεωρούσε λήξαντα: μετά την ήττα του ναζισμού και, αργότερα, την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η «ιστορία» δεν τελείωσε. Η σταθερή άνοδος νεοναζιστικών κομμάτων, κυρίως στην πρώην Ανατολική Γερμανία, και η αποδυνάμωση των μεταπολεμικών κυβερνητικών συνασπισμών φέρνουν στην επιφάνεια ό,τι είχε μείνει ανοικονόμητο, υποστηρίζει σε ανάλυσή του στο Noema ο αρχισυντάκτης του, Nathan Gardels.

Ο Gardels θυμίζει ότι πριν από περίπου τρεις δεκαετίες το New Perspectives Quarterly δημοσίευσε ένα τεύχος για τον εθνικισμό στη Γερμανία. Σε αυτό συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Daniel Cohn-Bendit, ο Hans Jürgen Syberberg, ο τότε πρόεδρος Richard von Weizsäcker και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Hans Dietrich Genscher. Ήδη τότε οι εντάσεις αφορούσαν τη μετανάστευση, τις πολιτικές ασύλου και τη «λαχτάρα για μια χαμένη αίσθηση του ανήκειν». Μεμονωμένες ομάδες πυρπολούσαν σπίτια μεταναστών· σήμερα, όπως σημειώνει, τα ίδια αισθήματα διοχετεύονται σε κόμματα που φτάνουν έως και το 44% σε περιφερειακές εκλογές.

Στην εισαγωγή εκείνου του τεύχους, ο Gardels περιέγραφε τη μεταπολεμική Γερμανία ως χώρα που υιοθέτησε μια ταυτότητα για χάρη των άλλων, κρύβοντας την «λερομένη ψυχή» της κάτω από το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο Syberberg θεωρούσε ότι η ψυχρή λογική του ορθολογικού φιλελευθερισμού καταπίεζε το συναίσθημα και την πολιτισμική ιδιαιτερότητα, με αποτέλεσμα τα υπόγεια πάθη να επιστρέφουν με άσχημη μορφή. Η «Heimat», η πατρίδα ως βιωμένος τόπος, ήταν αισθητικά απαγορευμένη μετά τον πόλεμο· οι Ανατολικογερμανοί, που έχασαν την πατρίδα τους μετά την πτώση του Τείχους, απέκτησαν ισχυρό αίσθημα «Heimat» ακριβώς επειδή την έχασαν.

Ο θεατρικός συγγραφέας Heiner Müller έδινε παρόμοια εξήγηση: μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την επανένωση δημιουργήθηκε κενό. Ο καπιταλισμός, χωρίς αντίπαλο, δεν είχε πλέον άλλοθι όταν οι άνθρωποι δεν ευημερούσαν· ο δεξιός εξτρεμισμός ανέλαβε τον ρόλο του πιο σκληρού επικριτή του. Ο ίδιος πίστευε ότι δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος με τους νεοναζί, γιατί ακολουθούν τη «λογική του κενού» και το γεμίζουν με εθνικισμό. Ο Cohn-Bendit, από την πλευρά του, επισήμαινε ότι οι κάτοικοι της Ανατολικής Γερμανίας περίμεναν ταχεία σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με τη Δύση, αλλά προέβλεπε ότι η ζωή τους θα χειροτέρευε πριν καλυτερεύσει· μέσα σε αυτό το άγχος, οι πρόσφυγες έγιναν ορατός στόχος επιθετικότητας.

Ο Cohn-Bendit, ως αντιδήμαρχος της Φρανκφούρτης, είχε διαπιστώσει ότι ήδη το 25% του πληθυσμού ήταν γεννημένο στο εξωτερικό. Γι’ αυτό πρότεινε αυστηρότερους κανόνες στη μετανάστευση και το άσυλο, κάτι που τον έφερε σε σύγκρουση με την αριστερά των ανοιχτών συνόρων. Παράλληλα, η ηγεσία της Ευρώπης κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση: ο Genscher προέτασσε τον πολιτισμό της συνύπαρξης και ο François Mitterrand δήλωνε ότι «εθνικισμός σημαίνει πόλεμος». Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην προσπάθεια αποφυγής του παρελθόντος και τη χαμένη αίσθηση του ανήκειν, λέει ο Gardels, δεν μειώθηκε· μεγάλωσε.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο, όταν η καγκελάριος Angela Merkel άνοιξε το 2015 τις πόρτες σε περίπου 900.000 πρόσφυγες από τον συριακό εμφύλιο. Ο Gardels θεωρεί ότι το δίλημμα πώς ισορροπεί κανείς την ανθρώπινη ανάγκη του ανήκειν με τη συμπόνια για τους εκτοπισμένους παραμένει άλυτο και είναι παγκόσμιο: στοιχειώνει την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και χώρες από τη Νότια Αφρική ως τα σύνορα Μπανγκλαντές-Ινδίας. Γι’ αυτό, υποστηρίζει, είναι λάθος να χαρακτηρίζεται κάθε κυβέρνηση που αυστηροποιεί τη μεταναστευτική πολιτική ως «στροφή προς τα δεξιά»· τα δημοκρατικά συστήματα απαντούν σε μια πλέον κυρίαρχη ανησυχία.

Το πρώτο δίδαγμα που αντλεί είναι ότι οι φιλελεύθεροι δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν κάθε υπεράσπιση του ανήκειν ως αναβίωση του Χίτλερ. Επικαλείται τον Isaiah Berlin, που έλεγε ότι το να ανήκεις είναι ανθρώπινη ανάγκη και πως αν στερέψουν τα πολιτισμικά ρεύματα, αν οι άνθρωποι δεν έχουν συγγενείς, γλώσσα και τόπο, ό,τι είναι ανθρώπινο ξεραίνεται. Δεύτερον, οι κοινότητες και τα κράτη έχουν υποχρέωση να ελέγχουν τη μετανάστευση με κριτήρια που διασφαλίζουν ότι οι νεοεισερχόμενοι θα σέβονται τους κανόνες και θα συμβάλλουν στην οικονομία. Τα σύνορα, σημειώνει, πρέπει να είναι ασφαλή και όχι πορώδη· ο James Talarico το διατύπωσε με την εικόνα μιας μπροστινής βεράντας με χαλάκι υποδοχής αλλά και κλειδαριά.

Τρίτον, ο Gardels ζητά επαναπροσδιορισμό του ασύλου για τη σημερινή εποχή. Το άσυλο σχεδιάστηκε στα μέσα του 20ού αιώνα για διωκόμενους και προσωρινή προστασία από τον πόλεμο, όχι ως δρόμος μόνιμης εγκατάστασης ή καταφύγιο για μαζικές εξόδους από αδύναμα κράτη. Η υπερβολική διεύρυνσή του, λέει, ξεπερνά τη φέρουσα ικανότητα ακόμη και των πιο συμπονετικών κρατών· από τις καλές προθέσεις βγαίνει κακή πίστη όταν λείπει η δυνατότητα να εκπληρωθούν οι ηθικές αξιώσεις. Στο μέλλον, το ίδιο δίλημμα θα θέσουν και οι κλιματικοί πρόσφυγες, για τους οποίους οι βιομηχανικές χώρες του Βορρά φέρουν ιστορική ευθύνη.

Τέταρτον, οι γηράσκουσες κοινωνίες του Βορρά δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς νόμιμη μετανάστευση, άρα χρειάζονται ενεργητικές πολιτικές αφομοίωσης και ένταξης, ώστε να μην παγιωθούν πολιτισμικοί θύλακες σαν τα προάστια του Παρισιού. Ο Καναδάς, σύμφωνα με το άρθρο, ενσωματώνει καλύτερα τους μετανάστες γιατί περίπου το 60% εισέρχεται με οικονομικά κριτήρια, ενώ στις ΗΠΑ τα δύο τρίτα των μόνιμων κατοίκων γίνονται δεκτοί για οικογενειακή επανένωση και λιγότερο από 20% με βάση τις δεξιότητες. Για γειτονικές χώρες με ανάγκη εργατικού δυναμικού, προτείνει άδειες εργασίας με ελεγχόμενα εργασιακά δικαιώματα, χωρίς μόνιμη διαμονή, και αναφέρει ως επιτυχημένο θεσμικό παράδειγμα το σύστημα California State University, που λειτουργεί ως «πολιτισμικός αναμικτήρας».

Το συμπέρασμα του Gardels είναι ότι οι ανοιχτές κοινωνίες χρειάζονται καθορισμένα σύνορα για να συντηρήσουν μια κοινή αίσθηση ταυτότητας· το ένα είναι προϋπόθεση του άλλου. Αν λείψει είτε το ένα είτε το άλλο, προκύπτει η μη βιώσιμη κατάσταση που βλέπει κανείς σήμερα. Από τις πολλές προκλήσεις του 21ου αιώνα, η εξισορρόπηση ανάμεσα στο ανήκειν και στο γίγνεσθαι είναι, όπως λέει, η πιο κοντινή στην καθημερινή ζωή.

Σας φάνηκε χρήσιμο αυτό το άρθρο;

Βαθμολογία αναγνωστών: 0 · οι ψήφοι σας μάς βοηθούν να διαλέγουμε τα επόμενα θέματα

Διαβάστε το πρωτότυπο ↗

Τα άρθρα γράφονται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, αποκλειστικά από τα κείμενα των πηγών που αναφέρονται. Οι εικόνες με την ένδειξη «AI» δημιουργούνται επίσης με τεχνητή νοημοσύνη.

⚑ Αναφορά λάθους

Βρήκατε κάποιο λάθος στο άρθρο (γεγονός, μετάφραση, ορθογραφία); Πείτε μας και θα το διορθώσουμε.

Σχόλια

Το Jumpship λειτουργεί προσωρινά μόνο για ανάγνωση. Ψήφοι, σχόλια και σύνδεση επανέρχονται σε λίγα λεπτά.