Το «OK Computer» είναι το τρίτο στούντιο άλμπουμ του αγγλικού ροκ συγκροτήματος Radiohead και κυκλοφόρησε στις 21 Μαΐου 1997. Με παραγωγό τον Νάιτζελ Γκόντριτς (Nigel Godrich), το μεγαλύτερο μέρος ηχογραφήθηκε στον χώρο προβών του συγκροτήματος στην Οξφορντσάιρ και στην ιστορική έπαυλη St Catherine’s Court στο Μπαθ το 1996 και στις αρχές του 1997. Το συγκρότημα απομακρύνθηκε από τον κιθαριστικό και εσωστρεφή ήχο του προηγούμενου δίσκου του, «The Bends», ενώ οι αφηρημένοι στίχοι, η πυκνή παραγωγή και οι εκλεκτικές επιρροές έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα πειραματική πορεία των Radiohead.
Μετά την επιτυχία του «The Bends», τα μέλη ένιωθαν ότι δεν ήθελαν να επαναλάβουν έναν ακόμη μίζερο και εσωστρεφή δίσκο, όπως είπε ο τραγουδιστής Τομ Γιορκ (Thom Yorke). Το τραγούδι «Lucky», που ηχογραφήθηκε μέσα σε πέντε ώρες το 1995 για φιλανθρωπική συλλογή του War Child με τον Γκόντριτς, λειτούργησε ως πρώτο σημάδι για τον ήχο που αναζητούσαν. Το συγκρότημα αποφάσισε να κάνει την παραγωγή μόνο του, μακριά από την πόλη, αγόρασε δικό του εξοπλισμό και ο Γκόντριτς, από τεχνικός σύμβουλος, έγινε τελικά συμπαραγωγός του άλμπουμ.
Οι πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις έγιναν στις αρχές του 1996 στα Chipping Norton Recording Studios στην Οξφορντσάιρ. Τον Ιούλιο άρχισαν οι ηχογραφήσεις στο στούντιο Canned Applause κοντά στο Ντίντκοτ, αλλά το συγκρότημα έκρινε τον χώρο μη ικανοποιητικό. Μετά από περιοδεία στην Αμερική ως support στην Άλανις Μορισέτ (Alanis Morissette), όπου έγραψαν και το «Exit Music (For a Film)» για την ταινία «Romeo + Juliet» του Μπαζ Λούρμαν (Baz Luhrmann), μετακόμισαν στην έπαυλη St Catherine’s Court. Εκεί αξιοποίησαν τη φυσική αντήχηση διαφορετικών δωματίων: τα φωνητικά του «Exit Music» ηχογραφήθηκαν σε πέτρινη σκάλα και το «Let Down» σε αίθουσα χορού στις 3 το πρωί. Ο κιθαρίστας Εντ Ο’Μπράιαν (Ed O’Brien) εκτίμησε ότι περίπου το 80% του δίσκου ηχογραφήθηκε ζωντανά, με ελάχιστα overdubs, ενώ τα έγχορδα ηχογραφήθηκαν στα Abbey Road Studios τον Ιανουάριο του 1997.
Αφετηρία για τον ήχο ήταν, σύμφωνα με τον Γιορκ, ο «απίστευτα πυκνός και τρομακτικός ήχος» του άλμπουμ «Bitches Brew» του Μάιλς Ντέιβις (Miles Davis). Ανάμεσα στις επιρροές που ανέφερε ήταν οι Έλβις Κοστέλο (Elvis Costello), R.E.M., Πι Τζέι Χάρβεϊ (PJ Harvey), οι Beatles, ο Ένιο Μορικόνε (Ennio Morricone) και το συγκρότημα Can. Ο κιθαρίστας Τζόνι Γκρίνγουντ (Jonny Greenwood) περιέγραψε το «OK Computer» ως προϊόν της προσπάθειας να αναδημιουργήσουν δίσκους που αγαπούσαν και να «αστοχήσουν» δημιουργικά. Αν και το συγκρότημα απέρριπτε την επιρροή του progressive rock της δεκαετίας του 1970, κριτικοί επισήμαναν ότι το άλμπουμ, και ιδίως το εξάμισι λεπτών «Paranoid Android», επανεφηύρε ουσιαστικά το είδος.
Οι στίχοι του Γιορκ έγιναν πιο αφηρημένοι σε σχέση με το «The Bends» και περιγράφουν έναν δυστοπικό κόσμο με έντονο καταναλωτισμό, κοινωνική αποξένωση, τεχνολογικό άγχος και πολιτική διαφθορά. Θέματα όπως οι μεταφορές, η συμμόρφωση, η παράνοια, ο θάνατος, η σύγχρονη βρετανική ζωή και η παγκοσμιοποίηση διατρέχουν τα τραγούδια. Ο Γιορκ είπε ότι στον δίσκο αυτόν «ο έξω κόσμος έγινε το παν» και ότι σαν μια ουδέτερη κάμερα παρακολουθεί έναν διαφορετικό χαρακτήρα σε κάθε τραγούδι. Οι επιρροές του περιλάμβαναν πολιτικά κείμενα του Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky), το «The Age of Extremes» του Έρικ Χομπσμπάουμ (Eric Hobsbawm) και μυθοπλασία του Φίλιπ Κ. Ντικ (Philip K. Dick).
Μεμονωμένα κομμάτια αποτυπώνουν αυτή τη θεματική ενότητα. Το «Airbag» συνδυάζει ηλεκτρονικά επεξεργασμένα τύμπανα με στίχους για την ψευδαίσθηση ασφάλειας των σύγχρονων μεταφορών, ενώ το «Fitter Happier» απαγγέλλεται από συνθετική φωνή υπολογιστή Macintosh και ο Γιορκ το χαρακτήρισε ως το πιο αναστατωτικό κείμενο που είχε γράψει, μια λίστα συνθημάτων της δεκαετίας του 1990. Το «Electioneering» είναι το πιο άμεσα πολιτικό τραγούδι, εμπνευσμένο από τις ταραχές για τον φόρο κεφαλής και το βιβλίο του Τσόμσκι «Manufacturing Consent». Στο «No Surprises» η ήπια μελωδία έρχεται σε αντίθεση με στίχους για την ανεκπλήρωτη ζωή και την απόγνωση, ενώ το τελευταίο κομμάτι, «The Tourist», κλείνει τον δίσκο με την προτροπή «ηλίθιε, επιβράδυνε».
Η εταιρεία EMI είχε χαμηλές προσδοκίες και θεωρούσε το άλμπουμ δύσκολο εμπορικά, όμως το «OK Computer» έφτασε στο νούμερο ένα των βρετανικών τσαρτ και μπήκε στο νούμερο 21 του αμερικανικού Billboard 200, την υψηλότερη θέση των Radiohead στις ΗΠΑ μέχρι τότε. Έγινε πέντε φορές πλατινένιο στη Βρετανία και δύο φορές πλατινένιο στις ΗΠΑ, ενώ πούλησε τουλάχιστον 7,8 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ως σινγκλ κυκλοφόρησαν τα «Paranoid Android», «Karma Police», «Lucky» και «No Surprises».
Η κριτική υποδοχή ήταν ως επί το πλείστον διθυραμβική. Στα βραβεία Grammy του 1998 κέρδισε το βραβείο καλύτερου εναλλακτικού άλμπουμ και ήταν υποψήφιο για άλμπουμ της χρονιάς. Το άλμπουμ θεωρείται ότι μετατόπισε το βρετανικό ροκ από την Britpop προς έναν πιο μελαγχολικό, ατμοσφαιρικό εναλλακτικό ήχο. Το 2014 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ το ενέταξε στο Εθνικό Μητρώο Ηχογραφήσεων ως «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντικό», ενώ το 2017 κυκλοφόρησε επετειακή έκδοση με επιπλέον υλικό με τίτλο «OKNOTOK 1997 2017».





Σχόλια