Ο Ηλίας Πετρόπουλος έστρεψε τη λαογραφική έρευνα σε ανθρώπους, γλώσσες και καθημερινές πρακτικές που σπάνια αντιμετωπίζονταν ως αντικείμενα σοβαρής μελέτης στην Ελλάδα της εποχής του. Ερευνητής, συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος, φωτογράφος και συλλέκτης, ονόμαζε το πεδίο του «λαογραφία του άστεως». Μελέτησε το ρεμπέτικο, τις κοινότητες των ομοφυλόφιλων, την πορνεία, τη φυλακή και τον υπόκοσμο, συγκεντρώνοντας τεκμήρια για πλευρές της κοινωνίας που έμεναν στο περιθώριο της κυρίαρχης ιστορικής αφήγησης.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 1928 και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία έξι ετών, λόγω της μετάθεσης του πατέρα του, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε σε οθωμανικό σπίτι, του οποίου ο πατέρας αφαίρεσε χαρακτηριστικά τουρκικά στοιχεία. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Χρήστο Παναγιωτόπουλο, η ανάμνηση αυτής της μετατροπής επανήλθε στο μεταγενέστερο έργο του Πετρόπουλου ως παράδειγμα της απόρριψης της οθωμανικής κληρονομιάς και της απώλειας ιδιαίτερων γνωρισμάτων του ελληνικού πολιτισμού.
Κατά τη ναζιστική κατοχή συμμετείχε στην Αντίσταση, ενώ ο πατέρας του σκοτώθηκε στο μέτωπο. Το 1947 φυλακίστηκε για σύντομο διάστημα λόγω της συμμετοχής του στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, και το 1949 απολύθηκε από τη θέση του στον Δήμο Θεσσαλονίκης, έχοντας κατηγορηθεί ότι ήταν κομμουνιστής. Ακολούθησαν οκτώ χρόνια ανεργίας και κοινωνικής περιθωριοποίησης, σύμφωνα με την αγγλική βιογραφική καταγραφή. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του πριν αποκτήσει πτυχίο.
Η γνωριμία του, ήδη από την εφηβεία, με τον Βασίλη Τσιτσάνη συνδέθηκε με το διαρκές ενδιαφέρον του για το ρεμπέτικο. Παράλληλα, έγραψε για τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες, με το δοκίμιο «Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης» και μονογραφίες για ζωγράφους και γελοιογράφους. Η συλλογή και μελέτη «Ρεμπέτικα Τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1968, τον έκανε γνωστό σε ευρύτερο κοινό και επανεκδόθηκε με προσθήκες και διορθώσεις. Η έρευνά του στηριζόταν στην άμεση επαφή με μουσικούς και ανθρώπους των κοινοτήτων που περιέγραφε.
Το 1971 κυκλοφόρησαν τα «Καλιαρντά», το λεξικό της αργκό των ομοφυλόφιλων, με πρόλογο που επιτιθέμενος στις κοινωνικές συμβάσεις ασκούσε κριτική και στη δικτατορία. Το 1972 δημοσίευσε στο περιοδικό «Τραμ» το ποίημα «Σώμα», ένας στίχος του οποίου θεωρήθηκε από ορισμένους αντεθνικός. Για τα «Ρεμπέτικα Τραγούδια», τα «Καλιαρντά» και το ποίημα υπέστη διώξεις και ολιγόμηνες φυλακίσεις. Την ίδια χρονιά πέτυχε να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα που ανέγραφε ως θρήσκευμα «άθεος», ενώ καταδίκη για προσβολή της θρησκείας παρέμενε σε εκκρεμότητα έως το 1998.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι, όπου σπούδασε τουρκολογία και συνέχισε να γράφει για την Ελλάδα με τη συναισθηματική και οικονομική στήριξη της συντρόφου του, Μαίρης Κουκουλέ. Το «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη», που εκδόθηκε το 1979, εξέταζε τις σχέσεις του υποκόσμου με την εξουσία, τις πρακτικές της αστυνομίας και τις συνθήκες στις ελληνικές φυλακές. Το βιβλίο απαγορεύτηκε, αντίτυπα του κατασχέθηκαν και τόσο ο συγγραφέας όσο και ο εκδότης Γιάννης Δουβίτσας αντιμετώπισαν δικαστικές διώξεις. Η κυκλοφορία του επιτράπηκε ύστερα από δικαστικές περιπέτειες.
Το ερευνητικό του πεδίο περιλάμβανε επίσης τον καφέ, τα περίπτερα, τα αυτοκίνητα, τα μπαλκόνια, τις αυλές και άλλες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Δημοσίευσε φωτογραφικά λευκώματα και βιβλία όπως «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι», «Το μπουρδέλο», «Θεσσαλονίκη: η μνήμη μιας πόλης», «Ο μύσταξ» και «Ρεμπετολογία». Συνολικά εξέδωσε περίπου 80 βιβλία και περισσότερα από χίλια άρθρα, συχνά εικονογραφώντας τα κείμενά του με δικά του σκίτσα και κολάζ. Πολλά έργα του είχαν τη μορφή μονογραφίας ή συλλογής άρθρων γύρω από ένα κοινό θέμα.
Στην ποίησή του ο ερωτισμός συνυπήρχε με τον κυνισμό και την αντίθεση στην πολιτική και πνευματική εξουσία, ενώ υπήρξε πρώιμος υποστηρικτής της αντιποίησης. Η τελευταία ποιητική συλλογή του, «Ποτέ και τίποτα», εκδόθηκε το 1993, και ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τη Μαρίνα Καναβάκη σε ομώνυμο άλμπουμ το 2000. Παρέμεινε προσηλωμένος στην πολυτονική γραφή και επέκρινε τον καθωσπρεπισμό που συνέδεε με την πολιτική ορθότητα. Η προκλητική γλώσσα αποτέλεσε σταθερό γνώρισμα της δημόσιας παρουσίας του.
Η αποτίμηση του έργου του περιλαμβάνει και σοβαρές επικρίσεις. Η ελληνική βιογραφική καταγραφή αναφέρει την άποψη ότι, προς το τέλος της ζωής του, η επιδίωξη πρόκλησης υποσκέλισε σε ορισμένα κείμενα την έρευνα, με προσωπικές επιθέσεις και μειωτικούς χαρακτηρισμούς, ιδιαίτερα στη συλλογή «Ο κουραδοκόφτης». Καταγράφει επίσης ατεκμηρίωτες επιθέσεις στον Άρη Βελουχιώτη και αμφιλεγόμενους χαρακτηρισμούς για τον Διονύσιο Σολωμό, ενώ ο ίδιος είχε παραδεχθεί σε συνέντευξη ότι έκανε λάθη. Αυτές οι αντιρρήσεις συνυπάρχουν με την αναγνώριση της συμβολής του στη διάσωση υλικού από παραμελημένα πεδία της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής.
Ο Πετρόπουλος πέθανε από καρκίνο στο Παρίσι στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, σε ηλικία 75 ετών, χωρίς να έχει επιστρέψει στην Ελλάδα μετά την εγκατάστασή του στη Γαλλία. Είχε απορρίψει προσκλήσεις επιστροφής, παρά τις άτυπες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα αντιμετώπιζε διώξεις. Σύμφωνα με την επιθυμία του, η σορός του αποτεφρώθηκε και η Μαίρη Κουκουλέ έριξε τις στάχτες του σε υπόνομο του Παρισιού. Το υλικό που συγκέντρωσε παραμένει σχετικό με τη μελέτη της αστικής καθημερινότητας, των κοινωνικών αποκλεισμών και των ορίων ανάμεσα στην έρευνα, την πολεμική και τη λογοτεχνική έκφραση.





Σχόλια