Δείκτες
ΒιογραφίεςΟυδέτερα

Τζον Στάινμπεκ: Ο νομπελίστας των ταπεινών και των αδικημένων

Ο Αμερικανός συγγραφέας Τζον Στάινμπεκ (John Steinbeck) τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962 για το ρεαλιστικό και γεμάτο κοινωνική αντίληψη έργο του. Έγραψε μερικά από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του 20ού αιώνα, με επίκεντρο τους φτωχούς εργάτες και τους παρίες της Καλιφόρνια.

Τζον Στάινμπεκ: Ο νομπελίστας των ταπεινών και των αδικημένων
John Steinbeck in Helsinki 2 · Wikimedia Commons, Public domain

Βασικά σημεία

  • Τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962 για τον ρεαλισμό και την κοινωνική αντίληψη του έργου του.
  • Το The Grapes of Wrath (1939) έγινε best seller και κέρδισε Πούλιτζερ, αλλά προκάλεσε απειλές και λογοκρισία.
  • Η φιλία με τον θαλάσσιο βιολόγο Εντ Ρίκετς έφερε οικολογικά θέματα και το βιβλίο Sea of Cortez.
  • Εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής και αργότερα υποστήριξε τον πόλεμο του Βιετνάμ.
  • Πολλά έργα του διδάσκονται ακόμη, αν και κάποια αφαιρέθηκαν λόγω ρατσιστικής γλώσσας.

Ο Τζον Στάινμπεκ (John Steinbeck) γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνια και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1968 στη Νέα Υόρκη. Υπήρξε ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με 33 βιβλία στο ενεργητικό του, και τιμήθηκε το 1962 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για το ρεαλιστικό και ευφάνταστο γράψιμο του, που συνδυάζει συμπονετικό χιούμορ και οξεία κοινωνική αντίληψη». Το έργο του επικεντρώθηκε στους φτωχούς, τους μετανάστες εργάτες και τους απλούς ανθρώπους της κεντρικής Καλιφόρνια.

Με καταγωγή από Γερμανούς, Άγγλους και Ιρλανδούς προγόνους, ο Στάινμπεκ μεγάλωσε σε μια εύφορη αγροτική κοιλάδα κοντά στον Ειρηνικό. Δούλεψε τα καλοκαίρια σε ράντζα και αργότερα με μετανάστες εργάτες στα χωράφια ζαχαρότευτλων, εμπειρίες που τροφοδότησαν το υλικό του. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Στάνφορντ αλλά έφυγε χωρίς πτυχίο το 1925, εργάστηκε περιστασιακά στη Νέα Υόρκη και επέστρεψε στην Καλιφόρνια. Στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, εκείνος και η πρώτη σύζυγός του Κάρολ Χένινγκ (Carol Henning) ζούσαν με ελάχιστα, δέχονταν επιδόματα και κάποτε έκλεβαν μπέικον από την τοπική αγορά. Το 1930 γνώρισε τον θαλάσσιο βιολόγο Εντ Ρίκετς (Ed Ricketts), που έγινε στενός φίλος και μέντορας του, διδάσκοντας του φιλοσοφία και οικολογία.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1935 με το Tortilla Flat, για μια παρέα νεαρών στο Μοντερέι μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχε προηγηθεί το The Red Pony (1933), ενώ ακολούθησαν νουβέλες και μυθιστορήματα όπως Of Mice and Men και In Dubious Battle. Το 1936 η εφημερίδα San Francisco News τον έστειλε να καταγράψει τις συνθήκες στους καταυλισμούς των φτωχών μεταναστών, εμπειρία που οδήγησε στο μυθιστόρημα The Grapes of Wrath (1939). Το βιβλίο έγινε best seller, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Τζον Φορντ (John Ford) με τον Χένρι Φόντα (Henry Fonda). Προκάλεσε όμως αντιδράσεις: η κομητεία Κερν απαγόρευσε το βιβλίο σε σχολεία και βιβλιοθήκες και ο Στάινμπεκ δέχθηκε τόσες απειλές που αγόρασε πιστόλι. Η πρώτη κυρία Έλινορ Ρούζβελτ (Eleanor Roosevelt) τον υπερασπίστηκε δημόσια, λέγοντας ότι ποτέ δεν πίστεψε πως το βιβλίο ήταν υπερβολικό.

Ο Ρίκετς επηρέασε βαθιά τη σκέψη του Στάινμπεκ, όπως φαίνεται στο κοινό τους βιβλίο Sea of Cortez (1941), ένα υβρίδιο ταξιδιωτικού και φυσικής ιστορίας από την εξόρμηση τους στον Κόλπο της Καλιφόρνια. Το αφηγηματικό μέρος επανεκδόθηκε το 1951 ως The Log from the Sea of Cortez. Ο Ρίκετς υπήρξε το πρότυπο του «Ντοκ» στο Cannery Row και σε άλλα έργα, και τα οικολογικά θέματα επανέρχονται στα μυθιστορήματα εκείνης της περιόδου. Ο πρόωρος θάνατος του Ρίκετς το 1948 βύθισε τον Στάινμπεκ σε βαθιά κατάθλιψη.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Στάινμπεκ εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής για τη New York Herald Tribune και συνεργάστηκε με την OSS, την προκάτοχο της CIA. Συμμετείχε σε καταδρομικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, τραυματίστηκε από θραύσματα και επέστρεψε με ψυχολογικά τραύματα. Έγραψε το σενάριο της ταινίας Lifeboat του Άλφρεντ Χίτσκοκ (Alfred Hitchcock), αλλά ζήτησε να αφαιρεθεί το όνομά του επειδή θεώρησε ότι η τελική εκδοχή είχε ρατσιστικούς τόνους. Το Cannery Row (1945) γράφτηκε ως ερωτική επιστολή προς το Μοντερέι, ενώ αργότερα ακολούθησαν The Pearl και το σενάριο Viva Zapata! σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν (Elia Kazan). Το 1947 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα (Robert Capa) και κατέγραψε την εμπειρία στο A Russian Journal.

Το 1952 ολοκλήρωσε το East of Eden, το οποίο ο ίδιος θεωρούσε το magnum opus του. Έγραψε το πρώτο προσχέδιό του σε 276 ημέρες, στέλνοντας καθημερινά γράμματα στον επιμελητή του, και η ταινία του 1955 σηματοδότησε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Τζέιμς Ντιν (James Dean). Αργότερα αφιέρωσε χρόνο στους θρύλους του βασιλιά Αρθούρου, μένοντας στο Σόμερσετ της Αγγλίας, αλλά το χειρόγραφο έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε μετά τον θάνατό του ως The Acts of King Arthur and His Noble Knights (1976). Το οδοιπορικό Travels with Charley περιγράφει το ταξίδι του με το κανίς του σε όλη την Αμερική, ενώ το τελευταίο μυθιστόρημά του, The Winter of Our Discontent (1961), εξετάζει την ηθική παρακμή στις ΗΠΑ.

Η απονομή του Νόμπελ το 1962 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Μια σουηδική εφημερίδα την αποκάλεσε «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Ακαδημίας», και οι New York Times αμφισβήτησαν την επιλογή. Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε αν άξιζε το βραβείο, απάντησε: «Ειλικρινά, όχι». Στην ομιλία αποδοχής του υποστήριξε ότι ο συγγραφέας έχει χρέος να γιορτάζει την ικανότητα του ανθρώπου για μεγαλείο ψυχής, θάρρος, συμπόνια και αγάπη. Το 2012 τα αρχεία της Σουηδικής Ακαδημίας αποκάλυψαν ότι ο Στάινμπεκ ήταν «συμβιβαστική επιλογή» ανάμεσα σε υποψηφίους όπως ο Ρόμπερτ Γκρέιβς και η Κάρεν Μπλίξεν.

Ο Στάινμπεκ είχε τρεις γάμους: με την Κάρολ Χένινγκ, την Γκουίν Κόνγκερ (Gwyn Conger), με την οποία απέκτησε δύο γιους, και την Ελέιν Σκοτ (Elaine Scott), που έμεινε μαζί του ως το τέλος. Το 1964 έλαβε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον Λίντον Τζόνσον (Lyndon B. Johnson). Το 1967 πήγε στο Βιετνάμ ως ανταποκριτής του Newsday, θεωρούσε τον πόλεμο ηρωικό εγχείρημα και θεωρήθηκε υποστηρικτής του. Οι γιοι του υπηρέτησαν εκεί, και κάποτε ο Στάινμπεκ ανέλαβε θέση πολυβόλου σε βάση ενώ ο γιος του κοιμόταν. Πέθανε το 1968 από καρδιακή νόσο και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κατά τη διάρκεια της πανδημίας γρίπης, και αποτεφρώθηκε σύμφωνα με επιθυμία του. Η τέφρα του ενταφιάστηκε στο οικογενειακό μνήμα στο Σαλίνας.

Πολλά έργα του Στάινμπεκ διδάσκονται στα αμερικανικά λύκεια, αλλά και αποσύρθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Στην Αγγλία το Of Mice and Men αφαιρέθηκε από την εξεταστέα ύλη και στην Ουαλία αποσύρθηκε λόγω ανησυχιών για ρατσιστική γλώσσα, ενώ το The Grapes of Wrath κάηκε στο Σαλίνας και απαγορεύτηκε σε σχολεία. Ο Στάινμπεκ υπήρξε από τους πιο συχνά απαγορευμένους συγγραφείς στις ΗΠΑ από το 1990 έως το 2004. Το πατρικό του σπίτι και το National Steinbeck Center στο Σαλίνας διατηρούν τη μνήμη του, και η περιοχή αποκαλείται συχνά «Steinbeck Country». Η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή μέσα από τη ματιά του στους αδικημένους και την επιμονή του στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σας φάνηκε χρήσιμο αυτό το άρθρο;

Βαθμολογία αναγνωστών: 0 · οι ψήφοι σας μάς βοηθούν να διαλέγουμε τα επόμενα θέματα

Διαβάστε το πρωτότυπο ↗

Το άρθρο βασίζεται σε κείμενα της Βικιπαίδειας και, όπως εκείνα, διατίθεται με άδεια CC BY-SA 4.0. Τα άρθρα γράφονται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, αποκλειστικά από τα κείμενα των πηγών που αναφέρονται. Οι εικόνες με την ένδειξη «AI» δημιουργούνται επίσης με τεχνητή νοημοσύνη.

⚑ Αναφορά λάθους

Βρήκατε κάποιο λάθος στο άρθρο (γεγονός, μετάφραση, ορθογραφία); Πείτε μας και θα το διορθώσουμε.

Σχόλια

Το Jumpship λειτουργεί προσωρινά μόνο για ανάγνωση. Ψήφοι, σχόλια και σύνδεση επανέρχονται σε λίγα λεπτά.