Δείκτες
ΕπιστήμηΟυδέτερα

Καναδάς: Η ανάκαμψη των ειδών προϋποθέτει περιορισμό των απειλών

Μελέτη για την άγρια ζωή στον Καναδά συνδέει την επιτυχή ανάκαμψη των ειδών με την αντιμετώπιση των αρχικών αιτιών της παρακμής τους. Μόλις οκτώ από τα 422 είδη μιας ανάλυσης παρουσίασαν ταυτόχρονα μικρότερο κίνδυνο εξαφάνισης και αύξηση του πληθυσμού τους.

Καναδάς: Η ανάκαμψη των ειδών προϋποθέτει περιορισμό των απειλών
Φωτογραφία: Faunalytics

Βασικά σημεία

  • Μόλις οκτώ από 422 είδη παρουσίασαν μικρότερο κίνδυνο εξαφάνισης και αύξηση πληθυσμού.
  • Η αντιμετώπιση της αρχικής απειλής ήταν το βασικό κοινό στοιχείο των επιτυχημένων ανακάμψεων.
  • Η χρηματοδότηση από μόνη της δεν εμφάνισε στατιστικά σημαντική σχέση με τη βελτίωση.
  • Οι παρεμβάσεις χρειάζονται κατάλληλα ενδιαιτήματα, συντονισμό και συμμετοχή των αυτοχθόνων κοινοτήτων.
  • Η μελέτη καταγράφει συσχετίσεις, με περιορισμούς στα δεδομένα και μικρό δείγμα περιπτώσεων.

Η αντιμετώπιση της αρχικής αιτίας που οδηγεί ένα είδος σε παρακμή αναδεικνύεται ως βασικό κοινό στοιχείο των επιτυχημένων ανακάμψεων στον Καναδά, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό FACETS. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χρηματοδότηση και η οργάνωση της προστασίας, από μόνες τους, δεν ξεχώριζαν καθαρά τα είδη που βελτιώνονταν από εκείνα που επιδεινώνονταν. Τα αποτελέσματα δείχνουν επίσης πόσο περιορισμένη παραμένει η πρόοδος: σε μία από τις δύο αναλύσεις, μόλις οκτώ από τα 422 είδη πέτυχαν τόσο μείωση του κινδύνου εξαφάνισης όσο και αύξηση του πληθυσμού τους.

Ο Καναδάς διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στον κόσμο, περίπου το 25% των βόρειων και εύκρατων δασών και των υγροτόπων του πλανήτη, καθώς και τουλάχιστον 80.000 άγρια είδη. Περίπου το ένα πέμπτο αυτών των ειδών αντιμετωπίζει κάποιον κίνδυνο εξαφάνισης. Η χώρα έχει δεσμευτεί να σταματήσει και να αντιστρέψει την απώλεια της φύσης έως το 2030 και να επιτύχει την πλήρη ανάκαμψη της έως το 2050, ενώ ο ομοσπονδιακός Species at Risk Act θεσπίστηκε το 2002. Αυτές οι δεσμεύσεις συνυπάρχουν με την εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων, ξυλείας και μεταλλευμάτων, με το αργό πετρέλαιο να αποτελεί το κυριότερο εξαγωγικό προϊόν της χώρας.

Για να εξετάσουν την πρόοδο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια προηγουμένως αδημοσίευτη βάση δεδομένων της επιστημονικής επιτροπής COSEWIC, η οποία αξιολογεί τον κίνδυνο εξαφάνισης των ειδών στον Καναδά. Η πρώτη ανάλυση βασίστηκε σε αξιολογήσεις 1.174 ειδών από το 1978 έως το 2022 και εστίασε σε 36 από τα είδη που είχαν αξιολογηθεί νωρίτερα. Η ομάδα εξέτασε την πορεία τους σε σχέση με τη χρηματοδότηση, τις ομάδες ανάκαμψης, τον χρόνο κατάρτισης σχεδίων και την αντιμετώπιση της αρχικής απειλής. Από αυτά, οκτώ βρίσκονταν πλέον σε χαμηλότερη κατηγορία κινδύνου, 14 παρέμεναν στην ίδια και 11 είχαν περάσει σε υψηλότερη.

Canada geese on Seedskadee National Wildlife Refuge (49789150781)
Canada geese on Seedskadee National Wildlife Refuge (49789150781) · USFWS Mountain Prairie · Wikimedia Commons, Public domain

Ο μόνος παράγοντας που διαφοροποιούσε καθαρά τις ομάδες ήταν το κατά πόσο είχε σταματήσει η αρχική αιτία της παρακμής. Η αιτία είχε αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό ή πλήρως για επτά από τα οκτώ είδη που βελτιώνονταν, ενώ για εκείνα που επιδεινώνονταν είχε αντιμετωπιστεί μόνο εν μέρει ή καθόλου. Αντίθετα, η χρηματοδότηση, το μέγεθος της ομάδας ανάκαμψης και ο χρόνος προετοιμασίας του σχεδίου δεν εμφάνισαν στατιστικά σημαντική σχέση με την έκβαση. Τα τέσσερα καλύτερα χρηματοδοτούμενα είδη έλαβαν περισσότερα χρήματα από όλα τα υπόλοιπα μαζί, αλλά μόνο ένα, ο βίσονας των δασών, παρουσίασε βελτίωση.

Η δεύτερη ανάλυση εξέτασε 422 είδη με τουλάχιστον δύο αξιολογήσεις μεταξύ 2000 και 2019, εφαρμόζοντας αυστηρότερο ορισμό επιτυχίας: χαμηλότερο κίνδυνο εξαφάνισης μαζί με αύξηση της πληθυσμιακής αφθονίας. Μόνο οκτώ είδη, περίπου το 2%, πληρούσαν και τις δύο προϋποθέσεις, ενώ 55, περίπου το 13%, παρουσίασαν επιδείνωση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η διαφορά από το ποσοστό βελτίωσης 22% της πρώτης ανάλυσης δείχνει ότι η αλλαγή κατηγορίας κινδύνου δεν συνεπάγεται πάντοτε αύξηση του πληθυσμού. Για λεπτομερέστερη σύγκριση, κάθε επιτυχημένη περίπτωση αντιστοιχίστηκε με ένα παρόμοιο είδος που είχε δυσμενή πορεία.

Στις 16 περιπτώσεις που συγκρίθηκαν, η υπερεκμετάλλευση, όπως το κυνήγι, ήταν η συχνότερη αιτία παρακμής και ακολουθούσε η απώλεια ενδιαιτημάτων. Στις επιτυχημένες ανακάμψεις, η αρχική απειλή αντιμετωπιζόταν συνήθως με ισχυρούς κανονισμούς, πριν ακολουθήσουν επανεισαγωγές, παρακολούθηση ασθενειών, έλεγχος εισβλητικών ειδών ή αναπαραγωγή σε αιχμαλωσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διακοπή του κυνηγιού του βίσονα των δασών το 1893, όταν απέμεναν περίπου 250 ζώα· έως το 1914 ο αριθμός τους είχε διπλασιαστεί. Οι επιτυχημένες περιπτώσεις είχαν κατά μέσο όρο περισσότερα μέτρα νομικής προστασίας και πρακτικές παρεμβάσεις, 5,4 έναντι 4,0, αλλά καθοριστική φαίνεται να είναι και η καταλληλότητά τους.

Η κατάσταση του ενδιαιτήματος εξηγεί γιατί παρόμοιες παρεμβάσεις μπορεί να έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Οι επανεισαγωγές σε προστατευόμενα ενδιαιτήματα βοήθησαν θαλάσσιες ενυδρίδες και βίσονες των δασών, ενώ αντίστοιχες προσπάθειες για μαυροπόδαρα κουνάβια απέτυχαν επειδή δεν υπήρχε αρκετή από τη βασική λεία τους, τον κυνόμυ με μαύρη ουρά. Οι συγγραφείς προτείνουν συντονισμό μεταξύ επιπέδων διακυβέρνησης, κλάδων και χωρών. Αναφέρουν ως παράδειγμα τις ταυτόχρονες απαγορεύσεις του γεωργικού εντομοκτόνου DDT στον Καναδά και στις ΗΠΑ το 1972, οι οποίες βοήθησαν την ανάκαμψη των πετριτών και άνοιξαν τον δρόμο για προγράμματα αναπαραγωγής και απελευθέρωσης.

Οι προτάσεις τους περιλαμβάνουν μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και διατήρηση της σύνδεσης μεταξύ πληθυσμών, μεταξύ άλλων με απαγορεύσεις εξόρυξης σε περιοχές τοκετού και διαδρόμους μετακίνησης πάνω στον πάγο. Ζητούν επίσης παρακολούθηση των πραγματικών πληθυσμιακών μεταβολών, επισημαίνοντας ότι το προτεινόμενο Nature Accountability Act του 2024 δεν όριζε πώς θα μετρούνταν τα αποτελέσματα. Παράλληλα, υπογραμμίζουν την ανάγκη προσεκτικού σχεδιασμού της επέκτασης των ανθρώπινων οικισμών και σεβασμού των δικαιωμάτων των αυτοχθόνων κοινοτήτων. Πολλές κοινότητες First Nations, Métis και Inuit ήδη ηγούνται προσπαθειών ανάκαμψης, όμως οι επανεισαγωγές θαλάσσιων ενυδρίδων και βισόνων των δασών έγιναν σε μεγάλο βαθμό χωρίς τη συναίνεση ή τη συμμετοχή των αυτοχθόνων δικαιούχων.

Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα καταγράφουν μοτίβα και δεν αποδεικνύουν αιτιώδεις σχέσεις. Η διαθεσιμότητα και η συνέπεια των πληροφοριών, οι δυσκολίες σύγκρισης διαφορετικών ταξινομικών ομάδων και το μικρό δείγμα των λεπτομερών περιπτώσεων περιορίζουν τα συμπεράσματα. Παρ’ όλα αυτά, οι επιτυχίες δείχνουν ότι η ανάκαμψη είναι εφικτή με στοχευμένη και διαρκή προσπάθεια, όταν αντιμετωπίζονται οι απειλές και προστατεύονται και βελτιώνονται τα ενδιαιτήματα.

Σας φάνηκε χρήσιμο αυτό το άρθρο;

Βαθμολογία αναγνωστών: 0 · οι ψήφοι σας μάς βοηθούν να διαλέγουμε τα επόμενα θέματα

Διαβάστε το πρωτότυπο ↗

Τα άρθρα γράφονται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, αποκλειστικά από τα κείμενα των πηγών που αναφέρονται. Οι εικόνες με την ένδειξη «AI» δημιουργούνται επίσης με τεχνητή νοημοσύνη.

⚑ Αναφορά λάθους

Βρήκατε κάποιο λάθος στο άρθρο (γεγονός, μετάφραση, ορθογραφία); Πείτε μας και θα το διορθώσουμε.

Σχόλια

Το Jumpship λειτουργεί προσωρινά μόνο για ανάγνωση. Ψήφοι, σχόλια και σύνδεση επανέρχονται σε λίγα λεπτά.