Μπορεί η αγάπη για τη Γη να στηρίξει τον περιβαλλοντικό ακτιβισμό; Στο απόσπασμα της συνέντευξης του στο Death in the Garden, ο συγγραφέας Τσαρλς Αϊζενστάιν εξετάζει αυτή την ερώτηση μέσα από μια κριτική στον τρόπο με τον οποίο συχνά επιχειρείται η κινητοποίηση πολιτών, επιχειρήσεων και κυβερνήσεων. Αφετηρία του είναι η αντίληψη ότι η αγάπη δεν αρκεί για να πειστούν όσοι λαμβάνουν αποφάσεις και ότι χρειάζεται να τους δείξουμε τι κινδυνεύουν να χάσουν. Ο ίδιος προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, εστιάζοντας στα κίνητρα της περιβαλλοντικής φροντίδας και στη σχέση ανάμεσα στον ακτιβιστή και τον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται.
Η λογική που περιγράφει στηρίζεται στην επίκληση του προσωπικού συμφέροντος: το μέλλον της ανθρωπότητας απειλείται, τα χρήματα των ανθρώπων βρίσκονται σε κίνδυνο, η ευημερία των παιδιών τους διακυβεύεται. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η προοπτική δυσάρεστων συνεπειών θα μπορούσε να παρακινήσει ακόμη και εκείνους που δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Ο Αϊζενστάιν θέτει όμως το ερώτημα τι ακριβώς επιδιώκει μια τέτοια εκστρατεία. Θέλει να οδηγήσει τους ανθρώπους να αγαπήσουν τη Γη ή να τους κάνει να συμπεριφέρονται σαν να νοιάζονται, υιοθετώντας τουλάχιστον ορισμένες πράξεις που προστατεύουν τη ζωή; Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής του.
Η πρώτη του ένσταση αφορά την ίδια τη λειτουργία του προσωπικού συμφέροντος. Όταν η προστασία του περιβάλλοντος παρουσιάζεται αποκλειστικά ως τρόπος αποφυγής μιας προσωπικής ζημιάς, υποστηρίζει, ο καθένας μπορεί να προτιμήσει να πραγματοποιήσουν τις αλλαγές όλοι οι υπόλοιποι. Έτσι θα απολαμβάνει το όφελος χωρίς να αλλάξει ο ίδιος. Αναφέρει κυβερνήσεις, πόλεις και εταιρείες που θα μπορούσαν να αναθέτουν νοητά την ευθύνη η μία στην άλλη. Στη συλλογιστική του, επομένως, η επίκληση του συμφέροντος δεν εξασφαλίζει την ανάληψη ευθύνης: μπορεί να αφήνει ανοιχτή την επιθυμία να δράσουν οι άλλοι, ενώ εμείς συνεχίζουμε όπως πριν.
Η δεύτερη ένστασή του μεταφέρει τη συζήτηση από τα επιχειρήματα στην εικόνα που σχηματίζουμε για τους άλλους. Ο Αϊζενστάιν υποστηρίζει ότι η ιστορία που έχουμε στο μυαλό μας για έναν άνθρωπο αποτελεί πρόσκληση να ανταποκριθεί σε αυτή την εικόνα. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός εταιρικού στελέχους: αν ο ακτιβιστής το αντιμετωπίζει εκ των προτέρων ως άπληστο και αδιάφορο για τη ζωή, αυτή η παραδοχή επηρεάζει την επικοινωνία τους. Ακόμη και όταν δεν εκφράζεται ευθέως, θεωρεί ότι γίνεται αισθητή στον τρόπο της προσέγγισης. Έτσι, η προσπάθεια πειθούς ξεκινά από μια αρνητική κρίση για τον συνομιλητή και τα κίνητρά του.
Μια τέτοια στάση, συνεχίζει, μπορεί να καταλήξει σε συγκατάβαση, προσβολή και αίσθηση ηθικής ανωτερότητας. Ο ακτιβιστής ενδέχεται να μιλά στον άλλον αφ’ υψηλού, θεωρώντας ότι ο ίδιος ενδιαφέρεται περισσότερο ή διαθέτει ανώτερες αξίες. Ο Αϊζενστάιν συνδέει αυτή τη συμπεριφορά με τη δυσαρέσκεια απέναντι στους περιβαλλοντιστές: η εντύπωση ότι θεωρούν τον εαυτό τους καλύτερο από τους υπόλοιπους μπορεί, κατά την άποψή του, να τροφοδοτεί την αντίδραση προς αυτούς. Προσθέτει μάλιστα ότι ορισμένες φορές αυτή η εντύπωση αντανακλά μια πραγματική στάση. Γι’ αυτό καλεί όσους δραστηριοποιούνται για το περιβάλλον να εγκαταλείψουν την πεποίθηση της προσωπικής τους υπεροχής.
Στη θέση αυτής της προδιάθεσης προτείνει μια διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο απέναντί μας. Το στέλεχος μιας εταιρείας, όπως και κάθε άλλος συνομιλητής, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μέρος της ζωής του πλανήτη και ως κάποιος που μπορεί να συμμετέχει στην ομορφιά και τη ζωντάνια του. Ο Αϊζενστάιν περιγράφει αυτή την αντίληψη ως διαφορετική αφήγηση για το ποιοι είμαστε και γιατί βρισκόμαστε εδώ. Πρόκειται για τη φιλοσοφική βάση της πρότασής του: ο ακτιβιστής προσεγγίζει τον άλλον έχοντας κατά νου τη δυνατότητά του να νοιαστεί για τη ζωή, και αυτή η προσδοκία διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο του μιλά.
Το νόημα αυτής της αλλαγής, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι ο ακτιβιστής γίνεται μια πρόσκληση προς τον συνομιλητή να αναγνωρίσει τη σχέση του με τη φύση. Η εικόνα του άλλου ως ανθρώπου που μπορεί να αγαπήσει τη Γη δημιουργεί διαφορετική αφετηρία από την υπόθεση ότι ενδιαφέρεται μόνο για χρήματα ή προσωπική ασφάλεια. Ο Αϊζενστάιν δεν περιγράφει εδώ κάποια συγκεκριμένη εκστρατεία ούτε παραθέτει αποτελέσματα εφαρμογής αυτής της προσέγγισης. Αναπτύσσει κυρίως μια άποψη για τη στάση του ακτιβιστή: η πρόσκληση στη φροντίδα της ζωής περνά και μέσα από τις προσδοκίες που εκφράζει, άμεσα ή έμμεσα, προς τους άλλους.
Στη συνέχεια στρέφεται στην προσωπική προέλευση της περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Ρωτά τι έκανε κάποιον να γίνει περιβαλλοντιστής: ήταν ο φόβος ή μια εμπειρία ομορφιάς, ενδεχομένως μαζί με μια εμπειρία απώλειας; Η δική του έμφαση βρίσκεται στη δεύτερη δυνατότητα. Η ομορφιά, λέει, μπορεί να μας κάνει να αγαπήσουμε κάτι, ενώ η απώλειά του μπορεί να μας αποκαλύψει πόσο πολύτιμο ήταν. Στη συλλογιστική του, η επιθυμία προστασίας γεννιέται από έναν δεσμό με αυτό που κινδυνεύει. Η εμπειρία της φύσης και η λύπη για την καταστροφή της αποτελούν έτσι διαφορετική αφετηρία κινητοποίησης από την προσδοκία μιας μελλοντικής προσωπικής ζημιάς.
Για να διευκρινίσει τη θέση του, χρησιμοποιεί ένα υποθετικό παράδειγμα με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ακόμη και αν οι θερμοκρασίες άρχιζαν να πέφτουν, λέει, δεν θα θεωρούσε αυτό λόγο να συνεχιστεί η καταστροφή της οικοσφαίρας. Το παράδειγμα λειτουργεί ως εξήγηση του προσωπικού του κινήτρου και δεν αποτελεί εκτίμηση για την εξέλιξη του κλίματος. Ο ίδιος δηλώνει ότι η αντίθεσή του στην περιβαλλοντική υποβάθμιση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη θερμοκρασία. Επειδή αγαπά τη φύση, θα εξακολουθούσε να αντιτίθεται στην καταστροφή ποταμών από πετρελαιοκηλίδες και στις εξορύξεις που καταστρέφουν το τοπίο, ακόμη και μέσα στις συνθήκες αυτού του νοητικού παραδείγματος.
Τα παραδείγματα που ακολουθούν κάνουν πιο συγκεκριμένο αυτόν τον συναισθηματικό δεσμό. Αναφέρεται σε θαλασσοπούλια καλυμμένα με πετρέλαιο που ξεβράζονται στις ακτές, σε πλαστικά διάσπαρτα στους ωκεανούς και σε φάλαινες που πνίγονται από αυτά. Τα επικαλείται ως εικόνες καταστροφής που δεν θέλει να βλέπει επειδή αγαπά τη Γη και τα πλάσματα της. Στο απόσπασμα, οι αναφορές αυτές δεν συνοδεύονται από στοιχεία για την έκταση των προβλημάτων. Ο ρόλος τους στο επιχείρημά του είναι να δείξουν τι εννοεί όταν μιλά για φροντίδα: μια άμεση σχέση με συγκεκριμένα ζώα, τόπους και μορφές ζωής που υφίστανται βλάβη.
Από τη δική του αγάπη για τη Γη περνά στην πεποίθηση ότι αυτή η αγάπη υπάρχει και στους άλλους. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι μπορεί να μην είναι προσβάσιμη σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιος μπορεί, όπως λέει, να έχει αποκοπεί από αυτήν ή να μην βρίσκεται σε επαφή μαζί της. Αυτή η παραδοχή συνδέεται με την προηγούμενη κριτική του στις αρνητικές κρίσεις για τους συνομιλητές. Αντί να θεωρεί την αδιαφορία οριστικό γνώρισμα ενός ανθρώπου, προτείνει να αντιμετωπίζεται ως μια κατάσταση μέσα στην οποία η σχέση με τη ζωή παραμένει δύσκολο να αναγνωριστεί ή να εκφραστεί.
Το απόσπασμα κλείνει με την πρόταση να νοηθεί ο περιβαλλοντισμός ως διαρκής προσπάθεια να καλούμε ο ένας τον άλλον πίσω στην αγάπη για τη ζωή, την οποία ο Αϊζενστάιν θεωρεί στοιχείο της αληθινής ανθρώπινης φύσης. Η απάντησή του στο ερώτημα του τίτλου είναι επομένως κυρίως φιλοσοφική και ηθική. Υποστηρίζει ότι ο φόβος, το συμφέρον και η ηθική ανωτερότητα μπορούν να δυσκολεύουν την κινητοποίηση, ενώ η αναγνώριση μιας κοινής αγάπης μπορεί να προσφέρει άλλη αφετηρία. Στο διαθέσιμο υλικό, πάντως, δεν παρουσιάζει συγκριτικά δεδομένα ή συγκεκριμένα αποτελέσματα που να τεκμηριώνουν πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η προσέγγιση στην πράξη.





Σχόλια