Ζούμε με τη λαχτάρα να μας δοθεί το επόμενο βήμα και η διαδρομή ως τον ορίζοντα, καθησυχάζοντας το άγχος μας με την ψευδαίσθηση ενός προορισμού κάπου πέρα από τη θέα της παρούσας ζωής. Όμως, όπως σημειώνει το δοκίμιο, η δυσκολότερη πραγματικότητα είναι ότι ο θάνατος είναι ο μόνος ορίζοντας, με αμέτρητους δρόμους να οδηγούν ως εκεί — κανένας δεν επαναλαμβάνεται, όλοι είναι αβέβαιοι στη διαδρομή και βέβαιοι μόνο στην άφιξη. Γι’ αυτό υπάρχουν άπειρα είδη όμορφων ζωών· και γι’ αυτό κάθε ζωή, ακόμη και η πιο ολοκληρωμένη, τρέμει από αμφιβολία και σύγχυση.
Η αβεβαιότητα, λέει το κείμενο, είναι το τίμημα της ομορφιάς και η ακεραιότητα η μόνη πυξίδα στο έδαφος της αβεβαιότητας που συγκροτεί κάθε ζωή. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βαδίζουμε βήμα-βήμα, επιλέγοντας κάθε φορά το διαισθητικά σωστό επόμενο βήμα, ώσπου μια μέρα, σταματώντας να πάρουμε ανάσα, να γυρίσουμε και να αντικρίσουμε ένα μονοπάτι. Αν σταθήκαμε αρκετά τυχεροί και αρκετά πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε την αβεβαιότητα, είναι το δικό μας μοναδικό μονοπάτι, που δεν το είχε σχεδιάσει το αγχωμένο νεότερο εγώ μας και δεν το έχει περπατήσει κανένας άλλος.
Στην κοινότητα της απεξάρτησης αυτή η στάση συμπυκνώνεται στη φράση «κάνε το επόμενο σωστό πράγμα». Η έννοια, όπως εξηγεί το άρθρο, εμφανίστηκε δύο χρόνια πριν από την ίδρυση των Ανώνυμων Αλκοολικών, σε μια διαυγή και γενναιόδωρη επιστολή που έγραψε ο Ελβετός ψυχίατρος Καρλ Γιουνγκ (Carl Jung) σε μια ανώνυμη αλληλογραφία. Στις 15 Δεκεμβρίου 1933, ο Γιουνγκ απάντησε σε μια γυναίκα που ζητούσε καθοδήγηση, πολύ απλά, για το πώς να ζήσει.

Ο Γιουνγκ της έγραψε ότι οι ερωτήσεις της είναι αναπάντητες, γιατί θέλει να μάθει πώς πρέπει να ζει κανείς. «Ζει κανείς όπως μπορεί», επισήμανε. Δεν υπάρχει ένας μοναδικός, καθορισμένος δρόμος για το άτομο που να του έχει οριστεί ή να είναι ο κατάλληλος. Αν αυτό ζητά κανείς, πρόσθεσε με ειρωνεία, καλύτερα να ενταχθεί στην Καθολική Εκκλησία, όπου του λένε τι είναι τι. Αν όμως θέλει να ακολουθήσει τον ατομικό δρόμο του, αυτός είναι ο δρόμος που φτιάχνει ο ίδιος: δεν είναι ποτέ προδιαγεγραμμένος, δεν τον γνωρίζει εκ των προτέρων, και απλώς δημιουργείται από μόνος του όταν βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο.
Η κεντρική συμβουλή του Γιουνγκ είναι πως αν κάνει κανείς πάντα το επόμενο πράγμα που πρέπει να γίνει, θα βαδίσει με τη μεγαλύτερη ασφάλεια και σιγουριά στον δρόμο που ορίζει το ασυνείδητό του. Τότε δεν ωφελεί να στοχάζεται για το πώς θα έπρεπε να ζει· γνωρίζει ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει και απλώς κάνει ήσυχα το επόμενο και πιο αναγκαίο πράγμα. Όσο νομίζει ότι δεν ξέρει ακόμη ποιο είναι αυτό, σημείωνε ο Γιουνγκ, έχει ακόμη υπερβολικά πολλά χρήματα να ξοδέψει σε άχρηστους στοχασμούς. Αν όμως κάνει με πεποίθηση το επόμενο και πιο αναγκαίο πράγμα, κάνει πάντα κάτι με νόημα και προορισμένο από τη μοίρα.
Δύο μήνες αργότερα, σε μια άλλη χειρονομία γενναιοδωρίας, ο Γιουνγκ βάθυνε το ίδιο νόημα απαντώντας σε έναν άνδρα που είχε απευθυνθεί σε αυτόν με βαθύ άγχος και οδύνη, νιώθοντας ότι είχε ζήσει τη ζωή του λάθος. «Κανείς δεν μπορεί να διορθώσει με λίγα λόγια μια ζωή που πήγε στραβά», έγραψε. «Αλλά δεν υπάρχει λάκκος από τον οποίο να μην μπορείς να βγεις, αρκεί να κάνεις τη σωστή προσπάθεια στο σωστό μέρος.» Όταν βρίσκεται κανείς σε τέτοιο χάλι, πρόσθεσε, δεν έχει πλέον δικαίωμα να ανησυχεί για την ανοησία της ψυχολογίας του· πρέπει να κάνει το επόμενο πράγμα με επιμέλεια και αφοσίωση και να κερδίσει την καλή θέληση των άλλων.
Σε κάθε μικρό πράγμα που γίνεται με αυτόν τον τρόπο, έγραφε ο Γιουνγκ, βρίσκει κανείς τον εαυτό του. Ο καθένας χρειάζεται να το κάνει με τον δύσκολο τρόπο, πάντα με τα επόμενα, τα πιο μικρά και τα πιο δύσκολα πράγματα. Η συμβουλή αυτή θυμίζει την παλαιότερη προτροπή του Νίτσε, ότι κανείς δεν μπορεί να σου χτίσει τη γέφυρα πάνω στην οποία εσύ και μόνο εσύ πρέπει να διασχίσεις το ποτάμι της ζωής.
Το δοκίμιο κλείνει παραπέμποντας σε συμπληρωματικά κείμενα για το πώς να ζει και πώς να πεθαίνει κανείς, στον στοχασμό του Δαρβίνου για το τι κάνει τη ζωή άξια να τη ζει, καθώς και στη σκέψη του Γιουνγκ για τη ζωή και τον θάνατο και στη συνεργασία του με τον φυσικό Βόλφγκανγκ Πάουλι, από την οποία γεννήθηκε η έννοια της συγχρονικότητας. Το κεντρικό μήνυμα παραμένει πρακτικό: μπροστά στην αβεβαιότητα, το επόμενο σωστό πράγμα είναι συχνά το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε.





Σχόλια