Ο Τζακ Γουέδερφορντ, ανθρωπολόγος και ιστορικός με ειδίκευση στον Τζένγκις Χαν και τη Μογγολική Αυτοκρατορία, συνομιλεί με τον Λεξ Φρίντμαν (Lex Fridman) σε μια εκτενή συζήτηση που καλύπτει τη ζωή του μεγάλου κατακτητή, τις στρατιωτικές του καινοτομίες και τη διαρκή κληρονομιά του. Ο Γουέδερφορντ, συγγραφέας του βιβλίου «Genghis Khan and the Making of the Modern World», περιγράφει πώς ένα παιδί που έχασε τα πάντα κατάφερε να ενώσει τις φυλές της στέπας και να δημιουργήσει μια αυτοκρατορία που άλλαξε την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας.
Η ιστορία του Τζένγκις Χαν, επισημαίνει ο Γουέδερφορντ, δεν ξεκινά από τη γέννησή του αλλά από τη συνάντηση των γονιών του: ο πατέρας του, Γιεσουγκέι, απήγαγε τη μητέρα του, Χοελούν, από τον πρώτο της σύζυγο. Το παιδί που γεννήθηκε από αυτή την απαγωγή ονομάστηκε Τεμουτζίν —«σιδερένιος άνθρωπος»— από έναν Τάταρο πολεμιστή που είχε μόλις σκοτώσει ο πατέρας του. Μετά τον θάνατο του Γιεσουγκέι από δηλητηρίαση, η φυλή εγκατέλειψε τη χήρα και τα παιδιά της στη στέπα για να πεθάνουν τον χειμώνα. Η μητέρα του όμως τα έσωσε όλα, σκάβοντας ρίζες και ψαρεύοντας.
Ο Τεμουτζίν έζησε επανειλημμένες εγκαταλείψεις και ταπεινώσεις: τον ξέχασαν σε μια μετακίνηση καταυλισμού, τον αιχμαλώτισαν με ξύλινο ζυγό από τον οποίο δραπέτευσε χτυπώντας τον φύλακα του, ενώ σκότωσε και τον ετεροθαλή αδελφό του Μπέχτερ σε νεαρή ηλικία. Ο Γουέδερφορντ υποστηρίζει ότι αυτές οι εμπειρίες τον δίδαξαν ότι δεν μπορούσε να εμπιστευθεί ούτε την ίδια του την οικογένεια, κάτι που αργότερα καθόρισε την προσέγγισή του στην εξουσία: η προαγωγή θα γινόταν με βάση την αξία, όχι το αίμα.
Η πιο καθοριστική στιγμή της ζωής του, σύμφωνα με τον Γουέδερφορντ, ήταν η απαγωγή της συζύγου του Μπόρτε από τη φυλή των Μερκιτών, λίγους μήνες μετά τον γάμο τους. Ο Τεμουτζίν αποφάσισε ότι «η ζωή δεν αξίζει χωρίς την Μπόρτε» και οργάνωσε την πρώτη του στρατιωτική εκστρατεία για να την απελευθερώσει, συμμαχώντας με τον Γουάνγκ Χαν και τον παιδικό του φίλο Τζαμούκα. Η επιχείρηση πέτυχε και η Μπόρτε επέστρεψε έγκυος —το παιδί, ο Τζότσι, ήταν πιθανώς του απαγωγέα της, αλλά ο Τζένγκις Χαν τον αναγνώρισε ως δικό του και τον υπερασπίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η σχέση με τον Τζαμούκα, τον «Άντα» —αδελφό πέρα από φιλία— ήταν η σημαντικότερη της ενήλικης ζωής του μετά την Μπόρτε. Οι δύο άνδρες ορκίστηκαν αιώνια πίστη ως παιδιά, αλλά χωρίστηκαν όταν η Μπόρτε προέτρεψε τον Τεμουτζίν να ανεξαρτητοποιηθεί. Ο Τζαμούκα τελικά συνελήφθη από τους δικούς του ανθρώπους και παραδόθηκε στον Τζένγκις Χαν, ο οποίος εκτέλεσε τους προδότες αλλά και τον ίδιο τον Τζαμούκα, κατόπιν δικής του παράκλησης, χωρίς να χυθεί αίμα. Ο Τζαμούκα ζήτησε να ταφεί σε ψηλό μέρος για να γίνει «φύλακας» του λαού του.
Ο Γουέδερφορντ περιγράφει τον Τζένγκις Χαν ως στρατιωτική ιδιοφυΐα που δεν πολέμησε ποτέ για τιμή αλλά για νίκη. Ο μογγολικός στρατός, αν και αριθμούσε μόνο 100.000 άνδρες —όλους ιππείς—, κατέκτησε την Κίνα, τη Ρωσία, την Περσία και την Κεντρική Ασία χάρη στην οργάνωση σε δεκαδικές μονάδες, την πλήρη αυτάρκεια (κάθε στρατιώτης έφερε πέντε άλογα, βελόνα και κλωστή, αποξηραμένα γαλακτοκομικά) και καινοτόμες τακτικές όπως η προσποιητή υποχώρηση. Ο Τζένγκις Χαν ήταν επίσης εξαιρετικά δεκτικός σε νέες τεχνολογίες, όπως καταπέλτες σε πλοία και κανόνια που συνδύαζαν κινεζική πυρίτιδα με ευρωπαϊκή μεταλλουργία.
Ο ιστορικός τονίζει ότι ο Τζένγκις Χαν εισήγαγε τη θρησκευτική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα —κάτι πρωτοφανές στην ιστορία. Δεν επέτρεψε απλώς στους θεσμούς να λειτουργούν, αλλά διακήρυξε ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέξει τη θρησκεία του. Απάλλαξε επίσης από φόρους τους θρησκευτικούς θεσμούς, τους γιατρούς και τους δασκάλους. Ο ίδιος παρέμεινε ανιμιστής σε όλη του τη ζωή, λατρεύοντας το βουνό Μπουρχάν Χαλντούν και αργότερα τον αιώνιο γαλάζιο ουρανό, τον Τένγκερ.
Η Μογγολική Αυτοκρατορία δημιούργησε ένα ενιαίο εμπορικό δίκτυο που ένωσε μόνιμα Ανατολή και Δύση. Οι έμποροι προστατεύονταν, φορολογούνταν μία φορά και μπορούσαν να ταξιδεύουν με ασφάλεια σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Η ανταλλαγή δεν αφορούσε μόνο αγαθά αλλά και ιδέες, τεχνολογίες, μαθηματικά (όπως το μηδέν από τον μουσουλμανικό κόσμο), επιστήμες και γεωργικά προϊόντα. Ο Γουέδερφορντ σημειώνει ότι από την εποχή του Τζένγκις Χαν δεν υπήρξε ποτέ έτος χωρίς επαφή μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ο εγγονός του, Κουμπλάι Χαν, ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Κίνας το 1279, ενοποιώντας Βόρεια και Νότια Κίνα, Θιβέτ, Μαντζουρία και Κορέα. Η κατάκτηση της Νότιας Κίνας απαίτησε ριζικές καινοτομίες: οι Μογγόλοι, που περιφρονούσαν τα πλοία ως «γυναικεία κάρα», αναγκάστηκαν να αναπτύξουν ναυτικό με καταπέλτες πάνω σε πλοία για να διασπάσουν την άμυνα των πόλεων από την πλευρά του ποταμού. Η δυναστεία Σονγκ έληξε με τον πνιγμό ενός επτάχρονου αυτοκράτορα και του παπαγάλου του, όταν ο πρωθυπουργός του τον έριξε στη θάλασσα για να «μην ατιμαστεί η χώρα».
Ο Γουέδερφορντ δεν αποφεύγει το ζήτημα της βιαιότητας: εκτιμάται ότι η Μογγολική Αυτοκρατορία προκάλεσε περίπου 40 εκατομμύρια θανάτους, το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού της εποχής. Ωστόσο, αρνείται να κρίνει τον Τζένγκις Χαν διαφορετικά από άλλους κατακτητές, συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων πολέμων. Αναφέρει τη ρίψη ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τους πολέμους στο Βιετνάμ, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, λέγοντας ότι «αν μπορούμε να ανεχθούμε τι έκαναν οι Αμερικανοί, μπορούμε να ανεχθούμε τι έκαναν οι Μογγόλοι». Επισημαίνει ότι οι ΗΠΑ έριξαν περισσότερες βόμβες στην Καμπότζη από ό,τι στη Γερμανία στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Γουέδερφορντ υποστηρίζει ότι η κληρονομιά του Τζένγκις Χαν ζει ακόμα: η προστασία των διπλωματών, η θρησκευτική ελευθερία, η αξιοκρατία, η κατάργηση της απαγωγής και πώλησης γυναικών. Ο Θωμάς Τζέφερσον, λέει, εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Τζένγκις Χαν για τη θρησκευτική ελευθερία. Ο ίδιος ο Τζένγκις Χαν απαγόρευσε να ζωγραφιστεί το πορτρέτο του ή να χτιστεί οτιδήποτε προς τιμήν του —το πρώτο πορτρέτο φιλοτεχνήθηκε 51 χρόνια μετά τον θάνατό του. Τάφηκε σε άγνωστο, ασήμαντο τάφο, λέγοντας «ας φύγει το σώμα μου, ας ζήσει το έθνος μου».
Στο τέλος της συζήτησης, ο Λεξ Φρίντμαν προχωρά σε προσωπικές σκέψεις για τη Γάζα, δηλώνοντας ότι αυτό που συμβαίνει εκεί είναι θηριωδία και ότι η ισραηλινή κυβέρνηση φέρει άμεση ευθύνη. Αναφέρει ότι πάνω από 60.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί, από τους οποίους τουλάχιστον 17.000 παιδιά, και καλεί να σταματήσει η βία, τονίζοντας ότι «ο θάνατος ενός παιδιού είναι τραγωδία, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματος του, τη θρησκεία του ή το κομμάτι γης που αποκαλεί σπίτι». Επικαλείται τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ότι «το τόξο του ηθικού σύμπαντος είναι μακρύ, αλλά κάμπτεται προς τη δικαιοσύνη».
Η συζήτηση ολοκληρώνεται με τον Γουέδερφορντ να μιλά για τη σύζυγό του, που έφυγε από τη ζωή μετά από χρόνια με σκλήρυνση κατά πλάκας. Περιγράφει πώς εκείνη τον ενθάρρυνε να γράφει, λέγοντάς του «η αρρώστια αυτή θα πάρει τη ζωή μου, αλλά παίρνει και τη δική σου — πρέπει να γράφεις». Ο ίδιος λέει ότι έγραφε πάντα «για εκείνη», σαν να της αφηγούνταν την ιστορία στο ραδιόφωνο. Αυτή η προσωπική νότα προσδίδει στη συζήτηση μια διάσταση ανθρωπιάς: η ιστορία δεν είναι μόνο κατακτήσεις και αυτοκρατορίες, αλλά και οι άνθρωποι που μας εμπνέουν να συνεχίσουμε.





Σχόλια