Δείκτες
PodcastsΟυδέτερα

Κέιγιου Τζιν: Οι παρανοήσεις για την κινεζική οικονομία, το «mayor economy» και οι δασμοί

Η Κέιγιου Τζιν (Keyu Jin), οικονομολόγος στο LSE, συζητά με τον Λεξ Φρίντμαν για το κινεζικό οικονομικό μοντέλο, τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, τη σχέση κράτους-επιχειρήσεων, τους δασμούς και τις προοπτικές της Κίνας.

Κέιγιου Τζιν: Οι παρανοήσεις για την κινεζική οικονομία, το «mayor economy» και οι δασμοί
Εικονογράφηση: τεχνητή νοημοσύνη

Βασικά σημεία

  • Η Κέιγιου Τζιν θεωρεί ότι η μεγαλύτερη παρανόηση της Δύσης είναι πως ένα πρόσωπο ή μια ομάδα διοικεί την κινεζική οικονομία· στην πράξη είναι πολιτικά συγκεντρωτική αλλά οικονομικά αποκεντρωμένη, με τους τοπικούς δημάρχους να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
  • Η Κίνα συνδυάζει, σύμφωνα με την ίδια, έντονα καπιταλιστική οικονομική συμπεριφορά με σοσιαλιστικό κοινωνικό ιστό: ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και ταυτόχρονα κρατική κυριαρχία, κοινοτική ζωή και έμφαση στην αρμονία.
  • Οι μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ Σιαοπίνγκ και τα κίνητρα των τοπικών αξιωματούχων γύρω από την αύξηση του ΑΕΠ εξηγούν μεγάλο μέρος της κινεζικής ανάπτυξης· το σύστημα όμως πρέπει να στραφεί από την παραγωγή στην κατανάλωση.
  • Στην Κίνα το μήνυμα της υπόθεσης Τζακ Μα δεν είναι «μην επιχειρείτε», αλλά να μην προσελκύετε υπερβολική πολιτική προβολή: το κεφάλαιο ελέγχεται από την πολιτική.
  • Οι αμερικανικοί έλεγχοι εξαγωγών μπορεί να επιτάχυναν την κινεζική τεχνολογική ανάπτυξη, όπως δείχνουν το DeepSeek και η αναγέννηση της Huawei.
  • Οι δασμοί του Τραμπ βλάπτουν, κατά την Τζιν, τις ΗΠΑ, την Κίνα και τον κόσμο· η Κίνα θέτει κόκκινες γραμμές στα πολιτικά ζητήματα, αλλά υπάρχει χώρος για ρεαλιστική εμπορική συμφωνία.
  • Η κρίση ακινήτων εξηγεί μεγάλο μέρος της επιβράδυνσης, αλλά τα θεμελιώδη μεγέθη δεν στηρίζουν προβλέψεις κατάρρευσης· η δημογραφική γήρανση μπορεί να αντιμετωπιστεί με αυτοματισμό και καλύτερες δεξιότητες.

Η Κέιγιου Τζιν είναι οικονομολόγος στην Οικονομική Σχολή του Λονδίνου (LSE) και συγγραφέας του «The New China Playbook: Beyond Socialism and Capitalism». Στη συζήτησή της με τον Λεξ Φρίντμαν (Lex Fridman) υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη παρανόηση της Δύσης για την κινεζική οικονομία είναι πως μια ομάδα ανθρώπων ή ένα πρόσωπο τη διοικεί. Στην πραγματικότητα, όπως λέει, υπάρχει ακραία πολιτική συγκέντρωση αλλά βαθιά οικονομική αποκέντρωση: οι τοπικοί δήμαρχοι παίζουν κρίσιμο ρόλο στις μεταρρυθμίσεις και την τεχνολογική καινοτομία. Η δε σχέση των Κινέζων με την εξουσία δεν είναι τυφλή υποταγή, αλλά μια σιωπηρή συμφωνία αιώνων: σεβασμός προς την εξουσία με αντάλλαγμα σταθερότητα, ασφάλεια, ειρήνη και ευημερία.

Στο ερώτημα αν η Κίνα είναι κομμουνιστική ή καπιταλιστική, η Τζιν απαντά ότι από καθαρά οικονομική άποψη σπάνια έχει δει πιο καπιταλιστική κοινωνία: ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, άνθρωποι με έντονη φιλοδοξία για χρήμα, καταναλωτές και επενδυτές. Ταυτόχρονα ο κοινωνικός ιστός είναι βαθιά σοσιαλιστικός: το κράτος και οι κρατικές επιχειρήσεις κυριαρχούν σε πολλούς τομείς, οι κρατικές τράπεζες ελέγχουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και υπάρχει έντονο αίσθημα κοινότητας, ομαδικές δραστηριότητες στα πάρκα και δωρεάν μαθήματα για ηλικιωμένους. Ο ανταγωνισμός είναι λυσσαλέος, όχι τόσο ως πολιτισμικό χαρακτηριστικό όσο ως αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών: αν κάτι πετύχει, όλοι θέλουν να κάνουν το ίδιο, και οι οικογένειες επενδύουν στην εκπαίδευση για να εξασφαλίσουν καλύτερη ζωή στα παιδιά τους.

Οι ρίζες αυτού του μοντέλου φτάνουν στον Κομφούκιο (Confucius). Η Τζιν περιγράφει τον κομφουκιανισμό ως ηθική φιλοσοφία που δίνει προτεραιότητα στην κοινωνική αρμονία, την υιική ευλάβεια, την αποταμίευση και την εκπαίδευση ως ηθική καλλιέργεια. Ιστορικά η αξιοκρατία λειτούργησε μέσω τυποποιημένων εξετάσεων και έδωσε ευκαιρίες σε φτωχούς· σήμερα όμως η αξιοκρατία διαβρώνεται, κυρίως στην αγορά εργασίας, όπου οι διασυνδέσεις παίζουν μεγαλύτερο ρόλο. Η ίδια θυμάται ότι στο σχολείο οι βαθμοί όλων των μαθητών αναρτώνταν δημόσια από τον πρώτο έως τον οκτακοσιοστό. Αυτό τροφοδοτούσε τη φιλοδοξία, αλλά περιόριζε τη δημιουργικότητα: οι μαθητές αριστεύουν μέσα στο κουτί, σπάνια το αμφισβητούν. Στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι ο ανταγωνισμός είναι εξίσου έντονος, απλώς κρυφός.

Η μεταμόρφωση της Κίνας ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ (Deng Xiaoping), τον πιο πραγματιστή ηγέτη της, όπως τον χαρακτηρίζει. Το άνοιγμα και οι μεταρρυθμίσεις δεν ήταν μια κεντρική εντολή που εκτελέστηκε χωρίς τριβές: χρειάστηκε να πειστούν κυβερνήτες, δήμαρχοι και τοπικοί αξιωματούχοι. Δημιουργήθηκαν ειδικές οικονομικές ζώνες, η Σεντζέν μετατράπηκε από ψαροχώρι σε εξαγωγική πλατφόρμα και αργότερα σε κινεζική Σίλικον Βάλεϊ, ενώ οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις επέτρεψαν στους αγρότες να αποφασίζουν τι θα καλλιεργούν και να κρατούν το πλεόνασμα. Η ένταξη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 ήταν η μεγάλη καμπή. Κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση ακολουθήθηκε, σύμφωνα με την Τζιν, από περίπου μια δεκαετία ισχυρής ανάπτυξης, αλλά ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων έχει επιβραδυνθεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.

Κεντρική ιδέα της είναι η «mayor economy»: οι δήμαρχοι είχαν ισχυρά κίνητρα να πετύχουν, γιατί η επιτυχία τους έφερνε προαγωγή στην κεντρική κυβέρνηση. Το βασικό κριτήριο ήταν αρχικά η αύξηση του ΑΕΠ, κάτι που ώθησε σε εκβιομηχάνιση, εξαγωγές, πωλήσεις γης και ακίνητα. Όταν η κεντρική κυβέρνηση έθεσε την προστασία του περιβάλλοντος ως ποινικοποιητικό παράγοντα, ο ουρανός στο Πεκίνο καθάρισε μέσα σε λίγα χρόνια. Το πρόβλημα, λέει η Τζιν, είναι ότι το κριτήριο παραμένει στραμμένο στην παραγωγή και όχι στην κατανάλωση: θα έπρεπε να μετρούνται η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η φροντίδα ηλικιωμένων και οι θέσεις εργασίας. Στη βιομηχανική πολιτική η κρατική ώθηση ήταν χρήσιμη στην αρχή για ηλεκτρικά οχήματα, ηλιακά πάνελ και ημιαγωγούς, αλλά δημιούργησε και σπατάλη κεφαλαίου· στη συνέχεια χρειάζεται η αγορά να επιλέξει τους νικητές.

Η Τζιν περιγράφει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση: οι Κινέζοι είναι ταυτόχρονα από τους πιο υπομονετικούς και τους πιο βραχυπρόθεσμους οικονομικούς δρώντες. Η πολιτική συνέχεια επιτρέπει σχεδιασμό δεκαετιών, οι γονείς επενδύουν στα παιδιά και οι οικογένειες αποταμιεύουν. Όμως το δημοφιλές σύνθημα «short, flat, fast» περιγράφει τη νοοτροπία γρήγορης απόδοσης, αντιγραφής και πρόχειρης ποιότητας. Η ίδια θεωρεί πως η τρέχουσα οικονομική αδυναμία μπορεί να είναι διδακτική: δείχνει ότι η άνοδος δεν είναι δεδομένη και ότι η ποιότητα και οι αξίες αποκτούν σημασία. Αναπολεί την κοινότητα των φτωχών παιδικών χρόνων της, με ξεκλείδωτες πόρτες, διακοπές ρεύματος και κοινό στόχο, και σημειώνει ότι ο καπιταλισμός φέρνει ατομικισμό και μοναξιά, όπως οι «θάνατοι από απόγνωση» στις ΗΠΑ.

Ένα ακόμη σημείο παρεξήγησης είναι η σχέση κράτους-ιδιωτικού τομέα. Η Τζιν υποστηρίζει ότι το κράτος δεν καταπιέζει γενικά τις ιδιωτικές επιχειρήσεις· οι τοπικοί αξιωματούχοι βοηθούν τις πιο υποσχόμενες, γιατί αυτό βελτιώνει το ΑΕΠ και τις θέσεις εργασίας. Η ελευθερία τους κυμάνθηκε από υπερβολική, όπως η Evergrande που αγόραζε ποδοσφαιρικές ομάδες, έως περιοριστική. Η Κίνα προτιμά τη λογική «πρώτα καινοτομία, μετά ρύθμιση», σε αντίθεση με την Ευρώπη. Στην περίπτωση του Τζακ Μα (Jack Ma), η ουσία είναι ότι στην Κίνα το κεφάλαιο πρέπει να ελέγχεται από την πολιτική και όχι το αντίστροφο· το ψηλότερο δέντρο δέχεται τον περισσότερο άνεμο. Το μήνυμα, λέει, δεν είναι «μην γίνετε επιχειρηματίες», αλλά μην είστε υπερβολικά προβεβλημένοι πολιτικά. Οι περισσότεροι επιχειρηματίες παραμένουν ευγνώμονες στην Κίνα για τις ευκαιρίες που τους έδωσε.

Στην καινοτομία η Τζιν διακρίνει τις ΗΠΑ ως ηγέτη στις ρηξικέλευθες τεχνολογίες «zero to one», ενώ η Κίνα υπερέχει στην παραγωγή, την εμπορευματοποίηση και τη διάχυση «one to N». Το DeepSeek δείχνει, κατά την ίδια, ένα μοντέλο καινοτομίας με βάση την κλίμακα και τη μείωση κόστους, όχι μόνο αντιγραφή. Οι Κινέζοι επιλύουν προβλήματα αλλά δυσκολεύονται να θέσουν νέα ερωτήματα· τα κίνητρα είναι εξωτερικά και η βασική έρευνα παραμένει ασθενέστερη. Η αντιγραφή δεν θεωρείται ντροπή, κάτι που θα αλλάξει με την ενίσχυση της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το DeepSeek προέκυψε σε συνθήκες κρίσης: οι αμερικανικοί έλεγχοι εξαγωγών ώθησαν την Κίνα να επιταχύνει την εγχώρια ανάπτυξη. Η Τζιν πιστεύει ότι οι κυρώσεις μπορεί να απέτυχαν ή και να γύρισαν μπούμερανγκ, όπως δείχνει και η αναγέννηση της Huawei, και προειδοποιεί ότι η μόχλευση έχει ημερομηνία λήξης.

Για τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump), η Τζιν λέει ότι η Κίνα προετοιμαζόταν πέντε χρόνια και απάντησε με βαθμονομημένη διεκδικητικότητα. Οι δασμοί βλάπτουν τις ΗΠΑ, την Κίνα και τον κόσμο, επειδή τα κινεζικά ενδιάμεσα προϊόντα επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές. Οι κινεζικές αρχές διαπραγμάτευσης είναι η ισοτιμία, η αμοιβαιότητα και ο ρεαλισμός. Η Κίνα δεν θα αναμείξει το εμπόριο με πολιτικά ζητήματα όπως το Χονγκ Κονγκ και η Ταϊβάν, ούτε θα δεχθεί αλλαγή του μικτού οικονομικού μοντέλου της. Υπάρχει όμως χώρος για συμφωνία στις υπηρεσίες, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας και τις αγορές αγαθών. Ως οικονομολόγος θεωρεί τους δασμούς ακατάλληλο εργαλείο: το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ πηγάζει από τη μακροοικονομική ανισορροπία αποταμίευσης-επένδυσης και όχι από το εμπόριο. Η ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας, όπως στον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1980, είναι προτιμότερη.

Στη μετανάστευση η Τζιν βλέπει και τις δύο πλευρές: οικονομικά κρατά χαμηλά τις τιμές και τον πληθωρισμό, ενώ η ειδικευμένη μετανάστευση τροφοδοτεί την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ· όμως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική αρμονία και οι πολίτες που αισθάνονται ότι μένουν πίσω. Για την Ταϊβάν σημειώνει ότι η TSMC είναι κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία και ότι η επανένωση παραμένει όνειρο της νέας γενιάς στην Κίνα. Η αβεβαιότητα έχει ήδη περιορίσει τις επενδύσεις στην Ταϊβάν. Θεωρεί ότι η στρατηγική υπομονή της Κίνας και η οικονομική της κατάσταση καθιστούν λιγότερο πιθανή τη στρατιωτική δράση, η οποία θα ήταν επιζήμια. Ο διάλογος ΗΠΑ-Κίνας πρέπει να παραμείνει ανοιχτός.

Η πολιτική του ενός παιδιού ήταν από τις πιο ριζοσπαστικές στην ιστορία της Κίνας: στο 98% των αστικών νοικοκυριών υπήρχε μόνο ένα παιδί. Κατά την Τζιν, είχε μια απρόσμενη θετική συνέπεια: ήταν χρυσή εποχή για τις Κινέζες, επειδή τα κορίτσια έλαβαν επενδύσεις στην εκπαίδευση όπως οι γιοι. Παράλληλα αύξησε την αποταμίευση, γιατί το κόστος ανατροφής ενός παιδιού είναι τεράστιο, και ανέτρεψε την οικογενειακή ιεραρχία. Σήμερα η γονιμότητα είναι πολύ χαμηλή, αλλά η Τζιν δεν θεωρεί τη γήρανση καταστροφή: μεταπολεμικά, οι γηράσκουσες οικονομίες πλούτισαν χάρη στην ταχύτερη υιοθέτηση αυτοματισμού. Το πραγματικό ερώτημα, λέει, είναι το χάσμα δεξιοτήτων και ο σχεδιασμός της εκπαίδευσης.

Η κρίση των ακινήτων εξηγεί τη σημερινή επιβράδυνση. Η κεντρική κυβέρνηση έθεσε όρια στην κερδοσκοπία, λέγοντας ότι η στέγη είναι για να κατοικείται. Ο κλάδος όμως συνέδεε το δημοσιονομικό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα: οι δήμαρχοι χρηματοδοτούνταν από τις πωλήσεις γης και ο πλούτος των νοικοκυριών ήταν δεμένος με τα ακίνητα. Η μετάβαση μπορεί να διαρκέσει από τρία έως δέκα χρόνια. Η Τζιν απορρίπτει τις επαναλαμβανόμενες δυτικές προβλέψεις κατάρρευσης: τα θεμελιώδη της κινεζικής οικονομίας, όπως το ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο και η μακροοικονομική σταθερότητα, παραμένουν. Η Κίνα έχει κατά κεφαλήν εισόδημα γύρω στα 10.000 δολάρια, αλλά ταυτόχρονα πρωτοπορεί σε τεχνολογίες αιχμής· αυτό είναι ιστορικά πρωτοφανές.

Στο τέλος, δίνει συμβουλές για όποιον επισκεφθεί την Κίνα: να μην μείνει μόνο στο Πεκίνο και τη Σαγκάη, αλλά να δει πόλεις δεύτερης και τρίτης βαθμίδας όπως η Τσονγκτσίνγκ και η Τσενγκντού, όπου η νέα γενιά αναζητά ισορροπία ζωής-εργασίας, ψυχαγωγία και τοπικές ευκαιρίες. Η ομορφότερη πλευρά της Κίνας, όπως λέει, είναι ότι πίσω από τον ανταγωνισμό και τη φιλοδοξία υπάρχουν ζεστοί, αυθεντικοί, κοινωνικοί άνθρωποι που παραμένουν φιλικοί προς τους ξένους. Η συζήτηση κλείνει με τη φράση του Κομφούκιου που παραθέτει ο Φρίντμαν: «Δεν έχει σημασία πόσο αργά προχωράς, αρκεί να μη σταματάς.»

Σας φάνηκε χρήσιμο αυτό το άρθρο;

Βαθμολογία αναγνωστών: 0 · οι ψήφοι σας μάς βοηθούν να διαλέγουμε τα επόμενα θέματα

Ακρόαση ↗MP3 ↗Όλα τα επεισόδια: Lex Fridman Podcast →

Τα άρθρα γράφονται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, αποκλειστικά από τα κείμενα των πηγών που αναφέρονται. Οι εικόνες με την ένδειξη «AI» δημιουργούνται επίσης με τεχνητή νοημοσύνη.

⚑ Αναφορά λάθους

Βρήκατε κάποιο λάθος στο άρθρο (γεγονός, μετάφραση, ορθογραφία); Πείτε μας και θα το διορθώσουμε.

Σχόλια

Το Jumpship λειτουργεί προσωρινά μόνο για ανάγνωση. Ψήφοι, σχόλια και σύνδεση επανέρχονται σε λίγα λεπτά.