Ο Τζέφρι Γουότερστρομ (Jeffrey Wasserstrom), ιστορικός της σύγχρονης Κίνας, ξεκινά συγκρίνοντας τον Μάο Τσε Τουνγκ με τον Σι Τζινπίνγκ. Η βασική ομοιότητα, λέει, είναι η προσωπολατρεία: ο Μάο ήταν το κέντρο μιας έντονης λατρείας από το 1949 έως τον θάνατό του το 1976, ενώ ο Σι είναι ο πρώτος ηγέτης μετά από εκείνον με διαρκή προσωπολατρεία, με τα βιβλία και τις ομιλίες του να δεσπόζουν στα βιβλιοπωλεία. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο Μάο αγαπούσε το χάος, την ανατροπή και την ταξική πάλη, ενώ ο Σι αγαπά την τάξη, τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Ο Μάο απέρριπτε τον Κομφούκιο ως φεουδαρχικό τρόπο σκέψης, ενώ ο Σι μιλά θετικά για τον Κομφούκιο και τις κομφουκιανές παραδόσεις, γεγονός που, κατά τον Γουότερστρομ, τον φέρνει πιο κοντά στο όραμα του Τσιανγκ Κάι Σεκ για μονοκομματική εξουσία με κομφουκιανό ένδυμα.
Ο Κομφούκιος έζησε την εποχή των εμπόλεμων βασιλείων και κήρυττε ότι υπήρξε ένα χρυσό παρελθόν με καθαρές ιεραρχίες. Στη σκέψη του δεν υπήρχαν ισότιμες σχέσεις: ο πατέρας όφειλε φροντίδα στον γιο, ο γιος σεβασμό στον πατέρα, ο σύζυγος προστασία στη σύζυγο, ακόμη και τα αδέλφια ήταν «μεγαλύτερος» και «μικρότερος». Η κομφουκιανή παράδοση έδινε έμφαση στην εκπαίδευση και στην αξιοκρατία μέσω εξετάσεων, με την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι γεννιούνται παρόμοιοι και διαφοροποιούνται μέσω της μάθησης. Όμως, όπως επισημαίνει ο Γουότερστρομ, η αξιοκρατία είχε πάντα αστερίσκο: όποιος είχε καλύτερο δάσκαλο είχε περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, ενώ η αίσθηση αδικίας και νεποτισμού προκαλούσε οργή, κάτι που τροφοδότησε και τις διαδηλώσεις του 1989 στην Κίνα.
Για την Τιενανμέν, ο Γουότερστρομ εξηγεί ότι οι διαδηλώσεις του 1989 δεν ήταν απλώς αίτημα για δυτικού τύπου δημοκρατία, αλλά προσπάθεια να πιεστεί το Κομμουνιστικό Κόμμα να τηρήσει τα ίδια του τα ιδανικά περί μεταρρύθμισης και ανοίγματος. Είχαν προηγηθεί διαδηλώσεις το 1986, που έσβησαν γρήγορα όταν οι φοιτητές φοβήθηκαν ότι θα τους συνέδεαν με την Ερυθρά Φρουρά. Το 1989 ο θάνατος του μεταρρυθμιστή Χου Γιαομπάνγκ έδωσε αφορμή, ενώ η επέτειος του Κινήματος της 4ης Μαΐου 1919 και η οικονομική δυσαρέσκεια ενίσχυσαν το κλίμα. Όταν εντάχθηκαν εργάτες και δημιουργήθηκε ανεξάρτητο εργατικό σωματείο, ο στρατός επενέβη. Τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιουνίου έγινε σφαγή κοντά στην πλατεία, με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να συμπεριφέρεται, όπως λέει ο ιστορικός, σαν στρατός κατοχής.

Ο Γουότερστρομ στέκεται στην εικόνα του ανθρώπου μπροστά στα τανκς στις 5 Ιουνίου. Αρχικά το Κομμουνιστικό Κόμμα έδειχνε το βίντεο για να αποδείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά το αφήγημα δεν έπιασε επειδή πολλοί κάτοικοι του Πεκίνου είχαν δει με τα μάτια τους την επίθεση σε άοπλους πολίτες. Έτσι η εικόνα απαγορεύτηκε, επειδή έδειχνε τον στρατό ως εισβολέα και την κυβέρνηση να έχει χάσει την εντολή να κυβερνά. Ο Γουότερστρομ πιστεύει ότι ο άνθρωπος αυτός, πιθανώς εργάτης και όχι φοιτητής, εξαφανίστηκε και μάλλον σκοτώθηκε χωρίς δίκη. Το καθεστώς, λέει, έμαθε από τότε τη δύναμη των εικόνων: στο Χονγκ Κονγκ απέφυγε τη χρήση στρατού και θανατηφόρων πυρών, ενώ στο Σιντζιάνγκ δεν επιτρέπει φωτογραφίες από τα στρατόπεδα κράτησης.
Για τη λογοκρισία, ο Γουότερστρομ παραπέμπει στο σχήμα της Μάργκαρετ Ρόμπερτς: φόβος, τριβή και πλημμύρα. Ο φόβος είναι η άμεση απαγόρευση, η τριβή κάνει την πρόσβαση σε ανεπιθύμητη πληροφορία πιο δύσκολη, και η πλημμύρα γεμίζει το περιβάλλον με τις επίσημες αφηγήσεις. Εξηγεί ότι στην Κίνα μπορείς να αγοράσεις το 1984 αλλά και το Brave New World, αρκεί να μην αναφέρονται άμεσα στην Κίνα. Αναφέρει ένα βιβλιοπωλείο στο Ναντζίνγκ που θα άφηνε έκπληκτο τον αναβιωμένο Μάο, καθώς και το κλείσιμο ελεύθερων βιβλιοπωλείων στη Σαγκάη υπό τον Σι, με κάποια να ανοίγουν ξανά στη διασπορά, στην Ουάσιγκτον, στην Ταϊπέι, στο Τσιάνγκ Μάι και αλλού.
Παρά τη λογοκρισία, ο Γουότερστρομ λέει ότι το σύστημα είναι πορώδες και ότι εξακολουθεί να συναντά φοιτητές από την ηπειρωτική Κίνα που σκέφτονται ελεύθερα. Δεν πρόκειται για πλήρη πλύση εγκεφάλου· κάποιοι περνούν το τείχος προστασίας, βλέπουν μια εικόνα που αντιφάσκει με την επίσημη γραμμή και αρχίζουν να ρωτούν. Ο ίδιος τονίζει ότι το ανθρώπινο πνεύμα παραμένει περίεργο και ότι η δημιουργικότητα επιβιώνει, αλλά λυπάται που οι κάτοικοι της Κίνας δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε διαφορετικές αφηγήσεις ιστορίας. Θυμίζει επίσης ότι και οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν τις δικές τους μονομερείς αφηγήσεις, ιδίως για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σχετικά με τον Σι, ο Γουότερστρομ περιγράφει ένα περιορισμό του χώρου για διαφορετικούς τρόπους να είναι κανείς Κινέζος: λιγότερη υπομονή για τη μογγολική γλώσσα στην Εσωτερική Μογγολία, πίεση κατά των φεμινιστικών κινημάτων, ανυπομονησία με το Χονγκ Κονγκ. Η πολιτική ελίτ της Κίνας παραμένει μαύρο κουτί, με ελάχιστες διαρροές για το πώς λαμβάνονται αποφάσεις. Από μια διαρροή ομιλίας του Σι φαίνεται ότι αποδίδει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης σε ανεπαρκή ιδεολογική προσήλωση και έλλειψη «ανδρισμού» στη διατήρηση του ελέγχου. Ο Γουότερστρομ θεωρεί ότι ο Σι είναι πάνω απ’ όλα εθνικιστής και θέλει την Κίνα ισχυρή στη διεθνή σκηνή, με αφήγημα που αντλεί από την «εκατονταετία εθνικής ταπείνωσης».
Για τον εμπορικό πόλεμο, ο Γουότερστρομ αποφεύγει προβλέψεις και θυμίζει ότι οι διμερείς σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας αλλάζουν συχνά από εξωτερικά γεγονότα: η σινοσοβιετική ρήξη έκανε δυνατό το ταξίδι του Νίξον, και η 11η Σεπτεμβρίου επανακαθόρισε τις σχέσεις. Στη σημερινή σύγκρουση με δασμούς, θεωρεί σημαντικό να βλέπουμε και άλλους παίκτες, όπως η Ευρώπη, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία. Ο εθνικισμός και η ανάγκη να μη φανεί αδύναμος ο Σι μπορεί να παρατείνουν την ένταση, αλλά η διασύνδεση των οικονομιών λειτουργεί ως ανάχωμα. Ο ίδιος θυμάται τη ρήση του Χαν Χαν ότι οι Αμερικανοί δεν θα βομβάρδιζαν ποτέ το Φράγμα των Τριών Φαραγγιών επειδή εκεί κατασκευάζονται τα iPhone τους.
Στο ζήτημα της Ταϊβάν, ο Γουότερστρομ εξηγεί πώς το Χονγκ Κονγκ λειτούργησε ως μοντέλο «μία χώρα, δύο συστήματα» μετά τη συμφωνία του 1984. Το 1997 η κυριαρχία μεταφέρθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, αλλά το Πεκίνο σταδιακά περιόρισε τις διαφορές. Οι διαδηλώσεις του Χονγκ Κονγκ το 2014 και το 2019 ήταν τεράστιες αναλογικά με τον πληθυσμό, με 1 έως 2 εκατομμύρια ανθρώπους σε πόλη 7,5 εκατομμυρίων. Οι ακτιβιστές προειδοποιούσαν την Ταϊβάν: «Το σήμερα του Χονγκ Κονγκ μπορεί να είναι το αύριο της Ταϊβάν». Ο Γουότερστρομ θεωρεί ότι δεν υπάρχει σταθερό σχέδιο για στρατιωτική δράση, αλλά ότι μια αίσθηση αδυναμίας ή ανάγκης αντιπερισπασμού θα αύξανε τον κίνδυνο. Η στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να ξεκινήσει με γκρίζες ζώνες πίεσης και να οδηγήσει σε απρόβλεπτη σύγκρουση.
Μιλώντας για τα κινήματα νεολαίας, ο Γουότερστρομ τονίζει ότι οι διαδηλώσεις συχνά προηγούνται από φαινομενικά αποτυχημένες προηγούμενες κινητοποιήσεις που όμως μεταδίδουν δεξιότητες και αφηγήσεις. Οι νεότεροι έχουν λογική ανυπομονησία: αν μια ελευθερία χαθεί ως το 2047, ένας 17χρόνος θα ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του χωρίς αυτήν, ενώ ένας 80χρόνος μπορεί να πει «κάντε υπομονή». Η ιστορία δείχνει ότι κινήματα που φαίνονταν καταδικασμένα άλλαξαν τα πράγματα, όπως στην Ανατολική Ευρώπη το 1989, αλλά και ότι επιτυχίες μπορεί να αντιστραφούν, όπως στην Ουγγαρία του Όρμπαν. Ο ίδιος αναφέρει τον φίλο του από τη Μιανμάρ που είπε «νιώθω ανήμπορος αλλά όχι απελπισμένος», και υπογραμμίζει ότι η ιστορία δεν έχει ευθεία πορεία.
Ο Γουότερστρομ περιγράφει την άνοδο του Μάο: μετά την πτώση της αυτοκρατορίας το 1911, ο Σουν Γιατ-Σεν ίδρυσε τη Δημοκρατία της Κίνας, αλλά ο Τσιανγκ Κάι Σεκ στράφηκε κατά των κομμουνιστών το 1927. Ο Μάο ανέδειξε την αγροτιά ως επαναστατική δύναμη και τελικά το Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε τον εμφύλιο, με τους εθνικιστές να υποχωρούν στην Ταϊβάν. Το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός προκάλεσε λιμό με δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς, τροφοδοτούμενο από φόβο, εγωισμό και ψευδείς αναφορές. Σήμερα ο Μάο παρουσιάζεται επιλεκτικά: ο Σι τιμά τον Μάο που ενίσχυσε το έθνος και πολέμησε την Αμερική στην Κορέα, αλλά όχι τον Μάο που αγαπούσε το χάος και κινητοποιούσε τη νεολαία στους δρόμους.
Στο τέλος, ο Γουότερστρομ ελπίζει σε μια Κίνα με μεγαλύτερη ανοχή στη διαφορετικότητα, περισσότερο χώρο για την κοινωνία των πολιτών και επιστροφή της δημιουργικότητας που άνθισε κάποτε στο Χονγκ Κονγκ. Αναφέρεται στην ιδέα του «άλλης Κίνας» του Τζέρεμι Μπαρμέ, που περιλαμβάνει όχι μόνο τον Κομφούκιο και την ιεραρχία, αλλά και τον ταοϊσμό, τον κοσμοπολιτισμό και πολλαπλές πολιτισμικές παραδόσεις. Το πνεύμα του Χονγκ Κονγκ, έστω και μετά την ήττα του 2019, επιβιώνει στη διασπορά και εμπνέει ακτιβιστές από τη Μινεάπολη ως το Μινσκ. Ο Γουότερστρομ εύχεται μελλοντικά βιβλιοπωλεία στο Πεκίνο και το Χονγκ Κονγκ να πουλούν ελεύθερα το 1984, το Brave New World και τα βιβλία του, σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα συνεργάζονται περισσότερο από όσο συγκρούονται.





Σχόλια