«Η Πανούκλα» (La Peste) είναι μυθιστόρημα του Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus), που εκδόθηκε το 1947. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην πόλη Οράν της γαλλικής Αλγερίας, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με μια επιδημία πανούκλας και τίθεται σε καραντίνα. Το έργο θεωρείται κλασικό του υπαρξισμού, παρότι ο ίδιος ο Καμύ απέρριπτε τον χαρακτηρισμό· η αφήγηση προβάλλει την αδυναμία των ηρώων να ελέγξουν τη μοίρα τους, μέσα από τον «παράλογο» φακό του συγγραφέα.
Ο Καμύ άντλησε υλικό από την επιδημία χολέρας του 1849, που σκότωσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Οράν, αλλά τοποθέτησε την ιστορία στη δεκαετία του 1940. Ακαδημαϊκή μελέτη που παρατίθεται στη Wikipedia αναφέρει ότι η βουβωνική πανώλη έπληξε το Οράν το 1556 και το 1678, ενώ τα μεταγενέστερα ξεσπάσματα (185 κρούσματα το 1921, 76 το 1931 και 95 το 1944) απείχαν πολύ από την κλίμακα της επιδημίας που περιγράφεται στο μυθιστόρημα.
Στην ιστορία, οι αρουραίοι αρχίζουν να πεθαίνουν μαζικά και οι αρχές αρνούνται για καιρό να δεχτούν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Σταδιακά επιβάλλονται μέτρα, καραντίνα στα σπίτια, έλεγχος των νεκρών, απαγόρευση κυκλοφορίας και στρατιωτικός νόμος, ενώ όσοι προσπαθούν να φύγουν από την πόλη πυροβολούνται από σκοπούς. Ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ο δημοσιογράφος Ρεμόν Ραμπέρ, ο ιερέας Πανελού, ο εθελοντής Ζαν Ταρού, ο υπάλληλος Ζοζέφ Γκραν και ο λαθρέμπορος Κοτάρ αντιδρούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο στην αρρώστια και τον αποκλεισμό.
Ο Ραμπέρ προσπαθεί αρχικά να δραπετεύσει για να συναντήσει τη σύντροφό του στο Παρίσι, αλλά τελικά επιλέγει να μείνει, λέγοντας ότι θα ντρεπόταν για τον εαυτό του αν έφευγε. Ο ιερέας Πανελού κηρύσσει πρώτα ότι η πανούκλα είναι τιμωρία του Θεού για τις αμαρτίες της πόλης, ύστερα όμως εντάσσεται στους εθελοντές και πεθαίνει από ασθένεια με συμπτώματα που δεν αντιστοιχούν σε εκείνα της πανούκλας, αφού κληθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του πόνου ενός αθώου παιδιού. Ο Ταρού μοιράζεται με τον Ριέ την αντίθεσή του στη βία και ειδικά στη θανατική ποινή, ενώ ο Κοτάρ πλουτίζει από το λαθρεμπόριο κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Όταν η επιδημία υποχωρεί, ο Ταρού πεθαίνει μετά από «ηρωικό αγώνα». Τον Φεβρουάριο οι πύλες ανοίγουν και ο Κοτάρ καταρρέει ψυχολογικά και πυροβολεί από το σπίτι του προτού συλληφθεί. Στο τέλος ο Ριέ αποκαλύπτει ότι είναι ο αφηγητής του χρονικού· δηλώνει ότι προσπάθησε να αποδώσει τα γεγονότα αντικειμενικά και ότι έγραψε το χρονικό για να δείξει πως, ακόμη και στην κρίση, οι άνθρωποι είναι περισσότερο καλοί παρά κακοί.
Οι κριτικοί έχουν επισημάνει ότι το μυθιστόρημα διαβάστηκε ως αλληγορία της γαλλικής αντίστασης στη ναζιστική κατοχή. Η Ζερμέν Μπρε (Germaine Brée) χαρακτήρισε τον αγώνα των ηρώων «υποτονικό και πεισματικό», σε αντίθεση με την «εξύμνηση της δύναμης» στα μυθιστορήματα του Αντρέ Μαλρό (André Malraux): οι ήρωες του Καμύ σώζουν, δεν καταστρέφουν, και μάλιστα «στο όνομα καμίας ιδεολογίας». Η Μαρίνα Γουόρνερ (Marina Warner) σημειώνει τα θέματα της «στράτευσης», της «μικρότητας και της γενναιοδωρίας», του «μικρού ηρωισμού και της μεγάλης δειλίας», καθώς και τα βαθιά ανθρωπιστικά ζητήματα της αγάπης, της καλοσύνης, της ευτυχίας και της σύνδεσης μεταξύ των ανθρώπων.
Ο γιατρός Ριέ έχει περιγραφεί ως κλασικό παράδειγμα ιδεαλιστή γιατρού και ενέπνευσε τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Γάλλου γιατρού Ρεζάν Τομά (Réjean Thomas), όπως και τον φανταστικό χαρακτήρα Ζαν Ντιόν (Jeanne Dion) στην κινηματογραφική τριλογία του Μπερνάρ Εμόν (Bernard Émond). Ο αφηγηματικός τόνος του βιβλίου έχει συγκριθεί με εκείνον του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka), ιδίως στη «Δίκη», καθώς οι προτάσεις μπορούν να έχουν πολλαπλά νοήματα και το υλικό λειτουργεί ως οξεία αλληγορία της ανθρώπινης κατάστασης.
Το 2020, με την πανδημία COVID-19, «Η Πανούκλα» έγινε ξανά μπεστ σέλερ σε βαθμό που ο βρετανικός εκδότης Penguin Classics δυσκολευόταν να καλύψει τη ζήτηση· στην Ιταλία οι πωλήσεις τριπλασιάστηκαν και το βιβλίο μπήκε στη δεκάδα των πιο ευπώλητων κατά το εθνικό lockdown. Η κόρη του Καμύ, Κατρίν (Catherine), δήλωσε ότι το μήνυμα του έργου απέκτησε νέα σημασία: «δεν είμαστε υπεύθυνοι για τον κορωνοϊό, αλλά μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι στον τρόπο που απαντάμε σε αυτόν». Ο Καμύ εργαζόταν πάνω στο βιβλίο ήδη από τον Απρίλιο του 1941, σημειώνοντας στα ημερολόγια του ιδέες για τη «λυτρωτική πανούκλα», και το 1942 ανέφερε στον Αντρέ Μαλρό ότι γράφει «ένα μυθιστόρημα για την πανούκλα».
Στα ελληνικά, «Η Πανούκλα» έχει μεταφραστεί πολλές φορές, από το 1970 με τη μετάφραση του Κώστα Δούφλια (εκδόσεις Δαμιανός) έως και τη μετάφραση των Νίκης Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρίας Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν (εκδόσεις Καστανιώτη, 2001). Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο: το 1992 σε ταινία του Λουίς Πουένσο (Luis Puenzo) με τους Γουίλιαμ Χερτ (William Hurt), Σαντρίν Μπονέρ (Sandrine Bonnaire), Ρόμπερτ Ντουβάλ (Robert Duvall) και Ραούλ Τζούλια (Raúl Juliá), και το 2024 σε γαλλοβελγική μίνι σειρά.





Σχόλια