Ο Brett KenCairn, ιδρυτικός διευθυντής του Center for Regenerative Solutions και ανώτερος σύμβουλος κλιματικής ανθεκτικότητας για την πόλη του Boulder στο Κολοράντο, συζητά με τον Νέιτ Χέιγκενς (Nate Hagens) την ιδέα ότι η κλιματική αλλαγή έχει ένα παραμελημένο μισό: την υποβάθμιση των ζωντανών συστημάτων. Ο KenCairn ξεκινά από τη διαπίστωση ότι δεν μπορούμε να σταθεροποιήσουμε το κλίμα, να αναστρέψουμε την απώλεια ειδών και να προστατεύσουμε τους τοπικούς πολιτισμούς χωρίς ένα παγκόσμιο κίνημα αναγέννησης της χαμένης λειτουργίας των οικοσυστημάτων.
Ο ίδιος εξηγεί ότι ο πλανήτης λειτουργεί πλέον περίπου στο 50% της ζωντανής παραγωγικής του ικανότητας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Επικαλείται τον Παγκόσμιο Άτλαντα Ερημοποίησης, σύμφωνα με τον οποίο περίπου το 75% της χερσαίας γης είναι βαθιά υποβαθμισμένο. Έχουμε εγκαταλείψει περίπου δύο δισεκατομμύρια εκτάρια γεωργικής γης, περισσότερα από όσα καλλιεργούμε σήμερα. Η παγκόσμια φυτική βιομάζα έχει μειωθεί κατά 50% από την αρχή της γεωργίας, τα δάση είναι κατά ένα τρίτο λιγότερα, το 73% των ειδών βρίσκεται σε μείωση, το φυτοπλαγκτόν των ωκεανών έχει μειωθεί κατά 40% και η βιομάζα των θαλάσσιων ψαριών κατά 60% έως 80%. Προσθέτει ότι πριν από 10.000 χρόνια τα άγρια θηλαστικά αποτελούσαν το 95% της ζωικής βιομάζας, ενώ σήμερα οι άνθρωποι και τα οικόσιτα ζώα αποτελούν το 95%.
Ο KenCairn υποστηρίζει ότι η κλιματική αλλαγή περιγράφηκε εξαρχής ως πρόβλημα με δύο σκέλη. Στη μελέτη του MIT το 1971, η οποία οδήγησε σε διεθνείς συζητήσεις, το ένα σκέλος ήταν η καύση ορυκτών καυσίμων και το άλλο η υποβάθμιση της γης και η διατάραξη των κύκλων του νερού. Επικαλείται ανάλυση του Sanderman και συνεργατών του από το 2017, σύμφωνα με την οποία περίπου το ένα τρίτο του επιπλέον άνθρακα στην ατμόσφαιρα δεν προήλθε από ορυκτά καύσιμα αλλά από την απελευθέρωση εδαφικού άνθρακα λόγω υποβάθμισης της γης.
Ο ίδιος εξηγεί ότι τελικά επικράτησε η εστίαση στον άνθρακα επειδή το 1971 δεν υπήρχε αρκετή υπολογιστική ισχύς για τη μοντελοποίηση των κύκλων του νερού. Ήταν επίσης ευκολότερο να μιλάμε για τεχνολογική αλλαγή παρά για τη χρήση γης. Το 1992 στο Ρίο δημιουργήθηκαν τρεις συμβάσεις: για το κλίμα, τη βιοποικιλότητα και την καταπολέμηση της ερημοποίησης, αλλά η τρίτη πέρασε σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητη. Αργότερα, οι «φυσικές κλιματικές λύσεις» αντιμετώπισαν τη γη κυρίως ως δεξαμενή άνθρακα και τροφοδότησαν αγορές άνθρακα.
Ο KenCairn διακρίνει την αποκατάσταση από την αναγέννηση. Η αποκατάσταση στοχεύει στην επιστροφή σε μια ιστορική βάση, ενώ η αναγέννηση επιδιώκει την ενίσχυση των ικανοτήτων του συστήματος. Ως παράδειγμα αναφέρει μια αυλή: αντί να φυτέψει μόνο το ιστορικό λιβάδι με λίγα είδη, θέλει περισσότερη φωτοσυνθετική δέσμευση, εδαφικό άνθρακα, οικοτόπους και σκιά. Σε ένα πάρκο του Boulder, αν η κάλυψη δέντρων αυξηθεί από περίπου 15% σε 35% έως 40% και προστεθούν θάμνοι, η φωτοσυνθετική δέσμευση μπορεί να αυξηθεί κατά 70% έως 80%, ενώ το νερό που απαιτείται μπορεί να μειωθεί κατά δύο έως τρία εκατομμύρια γαλόνια ετησίως.
Ο KenCairn θυμίζει ότι υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα αντιστροφής της υποβάθμισης. Στο Dust Bowl, οι Ηνωμένες Πολιτείες σταθεροποίησαν τις Μεγάλες Πεδιάδες μέσα σε περίπου δέκα χρόνια, βάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους να κατασκευάσουν αναβαθμίδες, ανεμοφράκτες και φυτώρια. Αντίστοιχα, στο οροπέδιο Loess της Κίνας, η Παγκόσμια Τράπεζα και η κινεζική κυβέρνηση κινητοποίησαν εκατομμύρια ανθρώπους με χειρωνακτικά εργαλεία για τη δημιουργία αναβαθμίδων και αναχωμάτων, μετατρέποντας μια υποβαθμισμένη περιοχή σε οικοσύστημα που στηρίζει ξανά κοινότητες.
Στην Ινδία, ο KenCairn περιγράφει το κίνημα φυσικής καλλιέργειας που αναπτύχθηκε πάνω σε δίκτυα μικροχρηματοδότησης γυναικών, σε μια περίοδο κατάρρευσης της Πράσινης Επανάστασης και αγροτικών αυτοκτονιών. Οι μικροκαλλιεργητές δημιούργησαν τοπικά εδαφοβελτιωτικά και επικαλύψεις σπόρων, ενώ οι συμμετέχοντες σε μία πολιτεία αυξήθηκαν από 800.000 σε 1,8 εκατομμύρια μέσα σε τρία χρόνια. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούν καλλιέργειες κάλυψης με 30, 40 ή 50 είδη, αντλώντας έμπνευση από την Elaine Ingham.
Στο Boulder, ο KenCairn και η ομάδα του ανέλυσαν 500 τετραγωνικά μίλια μεταξύ Boulder και Longmont με δορυφορικά δεδομένα και δικαιώματα νερού. Σε μια ημίξηρη περιοχή όπου καλλιεργείται σιτάρι με αγρανάπαυση, η κατάρρευση του Colorado River Compact μπορεί να αφήσει χιλιάδες στρέμματα χωρίς αρδευτικό νερό. Αν δεν μεταβούν εγκαίρως σε είδη που επιβιώνουν χωρίς άρδευση, θα μείνει γυμνό χώμα, το οποίο αυξάνει τη θερμοκρασία και επιταχύνει την ερημοποίηση. Ο KenCairn σημειώνει ότι δεν υπάρχει καμία δικαιοδοσία που να επιβλέπει το σύστημα συνολικά.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα δάση πρέπει να αντιμετωπιστούν ως υδάτινη υποδομή και όχι μόνο ως αποθήκες άνθρακα. Αναφέρεται στη δουλειά της Anastassia Makarieva για τη βιοτική αντλία: η τοπική βλάστηση επηρεάζει τα τοπικά κλιματικά φαινόμενα. Στην ανάλυση του Boulder, η ανοιξιάτικη βροχόπτωση αυξήθηκε κατά μιάμιση ίντσα μέσα σε 20 χρόνια, ενώ η απελευθέρωση χιονιού στα δάση έρχεται τρεις έως τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα. Η Elizabeth Heilman από το Wichita State περιέγραψε κομητεία στη βόρεια Οκλαχόμα όπου η αναγεννητική γεωργία καλύπτει το 60% έως 70% της γης και η βροχόπτωση φαίνεται αυξημένη κατά 15% έως 20%, με ελάχιστη κλίμακα περίπου πέντε τετραγωνικά μίλια.
Ο KenCairn τονίζει ότι η συμμετοχή των πολιτών δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον εθελοντισμό. Στο Boulder ξεκίνησε το πρόγραμμα Community Land Stewards, το οποίο εκπαιδεύει «γειτονικούς δασοκόμους» και «κηπουρούς-διαχειριστές» και τους πληρώνει περίπου 30 δολάρια την ώρα για 10 έως 15 ώρες τον μήνα, αρχίζοντας από σχολικές αυλές. Στόχος είναι να δημιουργηθεί κοινωνική υποδομή συντήρησης των κοινόχρηστων τοπίων, ώστε οι δενδροφυτεύσεις και οι βιοποικιλικοί κήποι να μην πεθαίνουν από έλλειψη φροντίδας.
Ο ίδιος επιμένει ότι χρειάζεται μια οικονομία που να στηρίζει τη φροντίδα των ζωντανών συστημάτων. Οι τοπικές κυβερνήσεις είναι απαραίτητες γιατί διαχειρίζονται τους κοινόχρηστους πόρους, αλλά δεν έχουν πλέον αρκετούς πόρους για να τα κάνουν όλα μόνες τους. Το μοντέλο θυμίζει το Civilian Conservation Corps, προσαρμοσμένο στη σημερινή εποχή. Ο Νέιτ Χέιγκενς σχολιάζει ότι θα μπορούσε κάθε πόλη να έχει ομάδες που εργάζονται 10 έως 15 ώρες την εβδομάδα για την οικολογική αναγέννηση της περιοχής τους.
Ο KenCairn υπογραμμίζει τη σύνδεση της οικολογικής αναγέννησης με την κοινωνική συνοχή. Γειτονιές που κηπουρεύουν μαζί αρχίζουν να μοιράζονται γεύματα και να αναπτύσσουν αμοιβαίες εξαρτήσεις. Αυτό μπορεί να ακούγεται γραφικό, αλλά σε περιόδους κρίσεων η κοινωνική συνοχή είναι από τους ισχυρότερους παράγοντες επιβίωσης. Ο KenCairn προτείνει να ξεκινήσει κανείς από ένα φυτό εσωτερικού χώρου, μετά ζαρντινιέρες, μετά κήπο. Η σχέση με τη ζωή μπορεί να φανεί σε μια λιβελλούλα, σε ένα πουλί ή σε έναν σκίουρο.
Το μεγαλύτερο μέλημά του είναι τα παιδιά. Θα ήθελε κάθε σχολείο να ενσωματώσει στο πρόγραμμά του βασικές δεξιότητες φροντίδας των ζωντανών συστημάτων, ώστε τα σχολικά τοπία να γίνουν μέρος της εκπαίδευσης. Η ελπίδα του, όπως λέει, βρίσκεται στη δυνατότητα να σταθεροποιήσουμε τις γεωγραφίες όπου ζούμε, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να σταθεροποιήσουμε αμέσως ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Χέιγκενς κλείνει λέγοντας ότι η τρίτη πράξη της σχέσης ανθρώπων και βιόσφαιρας είναι μπροστά μας.





Σχόλια