Πάνω από 340 εκατ. λίρες σε έσοδα απέφεραν πέρυσι στις εταιρείες ύδρευσης του Ηνωμένου Βασιλείου τα βιομηχανικά και εμπορικά υγρά απόβλητα που δέχονται στις μονάδες επεξεργασίας λυμάτων. Σύμφωνα με έρευνα των Watershed Investigations, Guardian και River Action, στο σύστημα εισέρχονται ετησίως 608 δισ. λίτρα βιομηχανικών αποβλήτων. Ειδικοί που μίλησαν στους ερευνητές προειδοποιούν ότι οι περισσότερες εγκαταστάσεις δεν έχουν σχεδιαστεί για να αφαιρούν πολλές από τις χημικές ουσίες που περιέχουν αυτά τα φορτία, επιτρέποντας σε ρύπους να καταλήγουν στο περιβάλλον.
Οι εταιρείες υποχρεούνται από τον νόμο να παραλαμβάνουν βιομηχανικά υγρά απόβλητα και εκδίδουν σχετικές άδειες, γνωστές ως «trade-effluent consents», αν και μπορούν να απορρίπτουν αιτήσεις. Η έκδοση των αδειών και ο έλεγχος της συμμόρφωσης γίνονται από τις ίδιες, χωρίς άμεση συμμετοχή των περιβαλλοντικών ρυθμιστικών αρχών στη συγκεκριμένη διαδικασία, σύμφωνα με την έρευνα. Επειδή δεν υπάρχει κεντρικό μητρώο, οι τρεις οργανώσεις συγκέντρωσαν βάση δεδομένων με 26.000 άδειες, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά μια συνολική εικόνα του συστήματος σε εθνικό επίπεδο. Στους αποστολείς περιλαμβάνονται σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, φαρμακευτικές εγκαταστάσεις, εργοστάσια τροφίμων, νοσοκομεία, σφαγεία και εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων.
Οι περισσότερες μονάδες διαθέτουν μόνο βιολογική επεξεργασία, η οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν είναι σχεδιασμένη για την απομάκρυνση βιομηχανικών χημικών όπως επιβραδυντικά φλόγας, ουσίες PFAS, διαλύτες και φαρμακευτικές ουσίες. Ορισμένες άδειες στη βάση δεδομένων αναφέρουν επίσης κυανιούχα, χρώμιο, κάδμιο και υδράργυρο. Οι ρύποι που παραμένουν μετά την επεξεργασία απορρίπτονται μαζί με τα επεξεργασμένα λύματα σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσες, ενώ όσοι συγκρατούνται στην ιλύ μπορούν να καταλήξουν σε γεωργικές εκτάσεις όπου αυτή χρησιμοποιείται ως λίπασμα. Τα πρόσθετα απόβλητα επιβαρύνουν επίσης τα δίκτυα αποχέτευσης, συμβάλλοντας στην υπερφόρτωση που προκαλεί υπερχειλίσεις ανεπεξέργαστων λυμάτων.

Η United Utilities κατέγραψε τα υψηλότερα σχετικά έσοδα, 61,6 εκατ. λίρες, και ακολούθησε η Yorkshire Water με 48,8 εκατ. λίρες. Η σύγκριση έχει περιορισμούς: οι δύο εταιρείες συμπεριέλαβαν απόβλητα που μεταφέρονται με βυτιοφόρα, ενώ άλλες δεν τα συνυπολόγισαν, και οι Dŵr Cymru Welsh Water, Scottish Water και Wessex Water δήλωσαν ότι διαχειρίζονται εμπορικά φορτία βυτιοφόρων μέσω χωριστών εταιρειών των ομίλων τους. Η Thames Water είχε τον μεγαλύτερο ετήσιο αδειοδοτημένο όγκο βιομηχανικών λυμάτων, 113 δισ. λίτρα, έναντι 105 δισ. για τη United Utilities και 79 δισ. για τη Severn Trent Water. Τα σχετικά έσοδα αυξήθηκαν έντονα την τελευταία πενταετία, με αύξηση 62% στην Anglian Water.
Ανώνυμος ειδικός του κλάδου υποστήριξε ότι οι εταιρείες έχουν οικονομικό κίνητρο να δέχονται περισσότερα τοξικά υλικά από όσα θα έπρεπε, χαρακτηρίζοντας το καθεστώς αδειοδότησης παλιό και ανεπαρκές. Κατά τον ίδιο, η Environment Agency δεν γνωρίζει ακριβώς πόσα τέτοια απόβλητα εισέρχονται κάθε χρόνο στις εγκαταστάσεις. Υπάλληλος της υπηρεσίας χαρακτήρισε ιδιαίτερα ανησυχητικά τα στραγγίσματα χωματερών, λόγω του επιβλαβούς μείγματος χημικών που μπορεί να περιέχουν. Και οι δύο ανέφεραν τις εγκαταστάσεις Davyhulme στο Μάντσεστερ, της United Utilities, και Avonmouth, της Wessex Water, ως μεγάλους αποδέκτες φορτίων βυτιοφόρων.
Οι έλεγχοι παραλαβής μπορεί να περιορίζονται σε δειγματοληψία και βασικές μετρήσεις pH, που δεν εντοπίζουν τους περισσότερους ρύπους, σύμφωνα με τον υπάλληλο της Environment Agency. Όπως εξήγησε, μέχρι να αναγνωριστεί μια επικίνδυνη ουσία, το φορτίο μπορεί να έχει ήδη περάσει στο σύστημα. Υποστήριξε ότι οι εταιρείες οφείλουν να ζητούν επαρκείς πληροφορίες από τον παραγωγό των αποβλήτων ώστε να διαπιστώνουν αν μπορούν να τα επεξεργαστούν σωστά. Ο ειδικός του κλάδου πρότεινε τη δημιουργία εξειδικευμένου τομέα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων, αντί της εξάρτησης από την αραίωση και τη διασπορά τους.
Η Έιμι Φέρμαν (Amy Fairman), επικεφαλής εκστρατειών της River Action, ζήτησε λογοδοσία των ρυπαντών και κάλυψη του κόστους από τους ίδιους, καθώς και ενημέρωση του κοινού για το περιεχόμενο των αποβλήτων και την τελική διαδρομή των ρύπων. Κάλεσε την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα ευρήματα μέσω του νομοσχεδίου για το καθαρό νερό που έχει υποσχεθεί. Εκπρόσωπος του αρμόδιου υπουργείου δήλωσε ότι οι εταιρείες δεν πρέπει να κερδίζουν από τη ρύπανση και ότι οι μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν τη διάθεση των υγρών αποβλήτων. Η Environment Agency αναγνώρισε ότι το πλαίσιο δημιουργήθηκε πριν από περισσότερα από 30 χρόνια, πριν γίνουν πλήρως κατανοητές πολλές σημερινές ανησυχίες για τις PFAS.
Η κλαδική ένωση Water UK απάντησε ότι η παραλαβή βιομηχανικών αποβλήτων αποτελεί νομική υποχρέωση και ότι τις χρεώσεις καθορίζει η Ofwat. Ανέφερε επίσης ότι η Environment Agency ορίζει τους όρους των αδειών, υποστηρίζοντας ότι αυτοί δεν λαμβάνουν υπόψη την αδυναμία του συστήματος να επεξεργαστεί ορισμένες τοξικές ουσίες. Η ένωση ζήτησε απαγορεύσεις τέτοιων ουσιών και επιβάρυνση των κατασκευαστών με το κόστος απομάκρυνσής τους από το περιβάλλον. Η United Utilities δήλωσε ότι εφαρμόζει αυστηρές διαδικασίες αδειοδότησης και ελέγχου και δέχεται φορτία βυτιοφόρων μόνο σε εγκαταστάσεις με ειδική άδεια.
Η NI Water ανέφερε ότι παραπέμπει αιτήσεις που αφορούν «ουσίες προτεραιότητας» στην περιβαλλοντική υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας και διαθέτει ομάδες δειγματοληψίας για τον έλεγχο συμμόρφωσης. Η Scottish Water δήλωσε ότι αξιολογεί τη δυναμικότητα αποχέτευσης και επεξεργασίας, την προστασία υποδομών και προσωπικού και την τήρηση περιβαλλοντικών προτύπων. Η έρευνα διευκρινίζει ότι οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να απορρίπτουν βιομηχανικά υγρά απόβλητα απευθείας σε ποτάμια και θάλασσες, αλλά αυτή η διαδρομή απαιτεί άδειες από τις περιβαλλοντικές ρυθμιστικές αρχές.





Σχόλια