Οι άνθρωποι συχνά απλοποιούν τις σύνθετες πολιτικές επιλογές, δίνοντας καθοριστικό βάρος σε ένα μόνο χαρακτηριστικό, σύμφωνα με νέα μελέτη κοινωνικών επιστημόνων του UC Berkeley. Σε πειραματικές επιλογές για τη μετανάστευση, την κλιματική πολιτική και υποψηφίους για τη Γερουσία των ΗΠΑ, οι ερευνητές εντόπισαν χρήση νοητικών συντομεύσεων στο 68% των περιπτώσεων. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences, εξετάζει κυρίως πώς διαμορφώνονται οι προτιμήσεις και όχι ποια πολιτική θέση επικρατεί.
Στη μελέτη συμμετείχαν σχεδόν 3.800 άτομα, τα οποία επέλεγαν σε υπολογιστή ανάμεσα σε ζεύγη υποθετικών μεταναστών, υποψηφίων ή πακέτων κλιματικής πολιτικής. Κάθε επιλογή περιγραφόταν από έξι χαρακτηριστικά, με συνδυασμούς που παράγονταν τυχαία. Για τους μετανάστες, αυτά ήταν η περιοχή προέλευσης, η εκπαίδευση, το φύλο, η ηλικία, η γνώση αγγλικών και το αν αναζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες ή άσυλο. Στη συγκεκριμένη ενότητα παρουσιάζονταν 30 διαφορετικά ζεύγη, ώστε οι επαναλαμβανόμενες επιλογές να αποκαλύπτουν ποια χαρακτηριστικά επηρέαζαν περισσότερο κάθε συμμετέχοντα.
Ο πολιτικός επιστήμονας Κερκ Μπάνσακ (Kirk Bansak) και η ερευνήτρια της γνωσιακής επιστήμης Νίντι Μπάναβαρ (Nidhi Banavar) ανέπτυξαν ένα μοντέλο για να διακρίνουν διαφορετικές στρατηγικές απόφασης. Το εργαλείο δεν παρατηρεί άμεσα τις σκέψεις των συμμετεχόντων: συνάγει τον πιθανό τρόπο αξιολόγησης από τα μοτίβα των επιλογών τους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος επέλεγε σταθερά τον νεότερο μετανάστη ή εκείνον που γνώριζε καλύτερα αγγλικά, οι ερευνητές μπορούσαν να αναγνωρίσουν την ιδιαίτερη βαρύτητα αυτού του παράγοντα. Αντίστοιχη προσέγγιση εφαρμόστηκε στις άλλες δύο θεματικές.
Σχεδόν το 54% των περιπτώσεων εμφάνιζε μοτίβο επιλογής στο οποίο κυριαρχούσε ένας από τους έξι παράγοντες. Σε άλλο 14%, οι συμμετέχοντες φαίνονταν να μετρούν πόσα χαρακτηριστικά προτιμούσαν σε κάθε εναλλακτική και να επιλέγουν εκείνη με τα περισσότερα θετικά στοιχεία. Λίγο κάτω από το 30% αντιστοιχούσε σε συνολική αξιολόγηση και των έξι χαρακτηριστικών, χωρίς τις συντομεύσεις που εξετάζει το μοντέλο. Οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι η ίδια τελική προτίμηση μπορεί να προκύπτει από διαφορετικούς τρόπους επεξεργασίας των πληροφοριών.
Η Μπάναβαρ επισημαίνει ότι η χρήση συντομεύσεων δεν σημαίνει αυτομάτως πως οι άνθρωποι είναι παράλογοι. Η έννοια της ορθολογικότητας που χρησιμοποιεί η μελέτη απαιτεί δυνατότητες υπολογισμού διαφορετικές από εκείνες που επιστρατεύουμε συνήθως στην καθημερινότητα. Επιπλέον, η πλειονότητα των συμμετεχόντων δεν ακολουθούσε σταθερά την ίδια στρατηγική σε όλα τα θέματα: κάποιος μπορούσε να αποφασίζει με ένα κριτήριο για το κλίμα, αλλά να σταθμίζει περισσότερα στοιχεία για τη μετανάστευση. Οι λόγοι αυτής της μεταβολής χρειάζονται περαιτέρω έρευνα, σύμφωνα με την ίδια.
Η έρευνα κατέγραψε και ορισμένες προτιμήσεις μέσα στο πείραμα: οι συμμετέχοντες προτιμούσαν νεότερους πολιτικούς υποψηφίους και κλιματικές πολιτικές που περιόριζαν την οικονομική επιβάρυνση του νοικοκυριού τους. Στις επιλογές για τη μετανάστευση προτιμούσαν όσους ζητούσαν άσυλο έναντι όσων αναζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες, καθώς και ανθρώπους κάτω από την ηλικία συνταξιοδότησης. Αυτά, όμως, δεν αποτελούσαν τον κύριο στόχο της μελέτης. Το βασικό ερώτημα ήταν πόσες πληροφορίες αξιοποιούσαν οι συμμετέχοντες και με ποιον τρόπο τις συνδύαζαν.
Ο σχεδιασμός έχει περιορισμούς: κάθε χαρακτηριστικό διέθετε μόνο δύο δυνατές τιμές, όπως άνδρας ή γυναίκα, λευκός ή μαύρος, ηλικία γύρω στα 50 ή στα 70. Οι ερευνητές εξηγούν ότι περισσότερες κατηγορίες θα δυσκόλευαν το γνωσιακό μοντέλο και θα έκαναν λιγότερο διακριτά τα μοτίβα στα δεδομένα. Επίσης, δεν περιέλαβαν την κομματική ταυτότητα των υποθετικών υποψηφίων, επειδή θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρές, άμεσες αντιδράσεις που θα επισκίαζαν τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά. Όταν και οι δύο επιλογές είχαν το προτιμώμενο χαρακτηριστικό, οι συμμετέχοντες αναγκάζονταν να εξετάσουν άλλα στοιχεία, ενώ η προηγούμενη βαθμολόγηση κάθε προφίλ τούς έκανε πιο πρόθυμους να συνεκτιμήσουν όλους τους παράγοντες.
Για τους συγγραφείς, τα ευρήματα έχουν σημασία για τις δημοσκοπήσεις και την πολιτική επικοινωνία, επειδή μια επιλογή ανάμεσα σε σύνθετες προτάσεις δεν αποδεικνύει ότι ο ερωτώμενος αξιολόγησε κάθε πλευρά τους. Αν, για παράδειγμα, στην κλιματική πολιτική κυριαρχεί η ανησυχία για τα οικονομικά του νοικοκυριού, αυτό μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο παρουσίασης των προτάσεων και την προσοχή που δίνεται στην επιστημονική τους διάσταση. Η μελέτη θέτει έτσι υπό εξέταση την παραδοχή ότι η πρόσβαση στην πληροφορία αρκεί για μια πλήρη στάθμιση των πολιτικών ζητημάτων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κατανόηση της κοινής γνώμης απαιτεί να γνωρίζουμε τόσο τι επιλέγουν οι πολίτες όσο και πώς καταλήγουν στην επιλογή τους.





Σχόλια