Ο χρόνος που περνά κάποιος στα κοινωνικά δίκτυα δεν αρκεί για να περιγράψει τη σχέση της χρήσης τους με την ψυχική υγεία, σύμφωνα με νέα μελέτη από το University of Exeter. Σημασία φαίνεται να έχει επίσης το πόσο τον απασχολούν νοητικά, πώς συμπεριφέρεται όταν τα χρησιμοποιεί και πόσο επενδύει συναισθηματικά σε όσα συμβαίνουν στο διαδίκτυο. Η έρευνα υποδεικνύει ότι η αποκλειστική έμφαση στη μείωση του χρόνου χρήσης μπορεί να παραβλέπει ψυχολογικούς παράγοντες που συνδέονται με συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους.
Τη μελέτη πραγματοποίησε ο δρ Τζέισον Χιλ (Jason Hill), με στοιχεία από 304 ενηλίκους. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν οι ίδιοι τον καθημερινό χρόνο που αφιέρωναν στα κοινωνικά δίκτυα, τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποιούσαν και τα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους που βίωναν. Παράλληλα, έδωσαν πληροφορίες για πτυχές της ενσυνειδητότητάς τους. Η ανάλυση εξέτασε τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα στοιχεία, συνδυάζοντας τη διάρκεια χρήσης με τη γνωστική, συναισθηματική και συμπεριφορική εμπλοκή.
Όπως εξηγεί ο Χιλ, δύο άνθρωποι μπορεί να αφιερώνουν ακριβώς τον ίδιο χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα και να έχουν πολύ διαφορετικές ψυχολογικές εμπειρίες. Η σκέψη του ενός μπορεί να είναι περισσότερο απορροφημένη από όσα συμβαίνουν εκεί, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να αισθάνεται εντονότερη παρόρμηση να ελέγχει τις πλατφόρμες ή να τις χρησιμοποιεί. Αντίστοιχα, διαφέρει ο βαθμός συναισθηματικής επένδυσης στις διαδικτυακές εξελίξεις. Αυτές οι διαστάσεις, υποστηρίζει ο ερευνητής, χρειάζεται να εξετάζονται μαζί με τα λεπτά ή τις ώρες χρήσης.

Στην περίπτωση της κατάθλιψης, η μελέτη βρήκε συσχέτιση ανάμεσα στον χρόνο χρήσης των κοινωνικών δικτύων και στα καταθλιπτικά συμπτώματα. Η διάρκεια χρήσης φάνηκε επίσης να παίζει σημαντικότερο ρόλο στην εξήγηση των σχέσεων των συμπτωμάτων με τη γνωστική και τη συμπεριφορική εμπλοκή. Επομένως, ο χρόνος παραμένει μέρος της εικόνας που εξετάζει η έρευνα. Ωστόσο, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η εικόνα αυτή γίνεται πληρέστερη όταν συνυπολογίζεται ο τρόπος με τον οποίο κάποιος σκέφτεται και χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα.
Για το άγχος, το μοτίβο ήταν διαφορετικό: η συναισθηματική εμπλοκή εμφανίστηκε σημαντικότερη, ενώ ο χρόνος χρήσης είχε μικρότερο ρόλο στις σχέσεις που εξετάστηκαν. Αυτό υποδηλώνει ότι η μείωση της συνολικής χρήσης ενδέχεται να μην αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο όλες τις μορφές ψυχολογικής δυσφορίας. Ο Χιλ επισημαίνει ιδιαίτερα τις περιπτώσεις όπου η χρήση συνοδεύεται από έντονη συναισθηματική επένδυση. Για αυτές, οι παρεμβάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε χρονικούς περιορισμούς μπορεί να αποδεικνύονται ανεπαρκείς.
Η έρευνα εξέτασε ακόμη τη σχέση της ενσυνειδητότητας με αυτά τα ευρήματα. Ορισμένες από τις συσχετίσεις ανάμεσα στην εμπλοκή στα κοινωνικά δίκτυα και στα καταθλιπτικά συμπτώματα εξηγούνταν στατιστικά από πτυχές της ενσυνειδητότητας: μεγαλύτερη επίγνωση, δυνατότητα περιγραφής των εσωτερικών εμπειριών και λιγότερο επικριτική στάση απέναντι στις σκέψεις και στα συναισθήματα. Οι αντίστοιχες σχέσεις ήταν λιγότερο συνεπείς για το άγχος. Τα αποτελέσματα αυτά αφορούν τη στατιστική σύνδεση των παραγόντων που μετρήθηκαν και δεν αποδεικνύουν ότι κάποιος από αυτούς προκαλεί αλλαγές στους υπόλοιπους.
Ο βασικός περιορισμός είναι ότι η μελέτη ήταν συγχρονική, δηλαδή εξέτασε τις μεταβλητές σε μία χρονική φάση. Δεν μπορεί επομένως να δείξει ότι συγκεκριμένοι τρόποι χρήσης των κοινωνικών δικτύων προκαλούν μεταβολές στην ενσυνειδητότητα ή στα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Όπως αναγνωρίζει η έρευνα, οι σχέσεις μπορεί να λειτουργούν και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης για την ερμηνεία των ευρημάτων και για όσα μπορούν να υποστηρίξουν σχετικά με πιθανές παρεμβάσεις.
Με αυτές τις επιφυλάξεις, η μελέτη προτείνει οι χρήστες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να λαμβάνουν υπόψη τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της χρήσης. Οι χρονικοί περιορισμοί θα μπορούσαν να συνδυάζονται με προσεγγίσεις που βοηθούν τους ανθρώπους να αναγνωρίζουν πότε απορροφώνται νοητικά ή εμπλέκονται έντονα συναισθηματικά στα κοινωνικά δίκτυα. Τέτοιες προσεγγίσεις, σύμφωνα με την έρευνα, αξίζει να διερευνηθούν. Το ζητούμενο που θέτει ο Χιλ είναι να προσδιοριστεί για ποιους ανθρώπους και υπό ποιες συνθήκες η χρήση μπορεί να συνδέεται με επιβάρυνση της ψυχικής υγείας.





Σχόλια