Η χορτοφαγική διατροφή μπορεί να υποστηρίξει ουσιαστική μυϊκή ενδυνάμωση σε μεγαλύτερες ηλικίες, όταν συνδυάζεται με επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης και άσκηση με αντιστάσεις, σύμφωνα με νέα κλινική δοκιμή. Οι συμμετέχοντες που ακολούθησαν χορτοφαγική ή παμφάγο διατροφή βελτίωσαν τη δύναμη και τη σωματική τους απόδοση χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων. Η αύξηση της μυϊκής μάζας, όμως, ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα της παμφάγου διατροφής.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο American Journal of Clinical Nutrition και περιέλαβε 108 ενήλικες ηλικίας 55 ετών και άνω. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν χορτοφαγική ή παμφάγο διατροφή για 12 εβδομάδες. Παράλληλα, όλοι έκαναν προπόνηση με αντιστάσεις τρεις φορές την εβδομάδα, με ασκήσεις όπως πιέσεις ποδιών και στήθους, καθίσματα, έλξεις και ασκήσεις κοιλιακών.
Κάθε συμμετέχων έλαβε διατροφική καθοδήγηση, με στόχο να καταναλώνει τουλάχιστον 1,2 γραμμάρια πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους την ημέρα. Κατά μέσο όρο, και οι δύο ομάδες πέτυχαν αυτόν τον στόχο. Η χορτοφαγική διατροφή απέκλειε το κρέας και το ψάρι, αλλά επέτρεπε γαλακτοκομικά, αυγά και φυτικές πηγές πρωτεΐνης. Επομένως, τα ευρήματα αφορούν αυτό το διατροφικό σχήμα και δεν αποτελούν άμεση δοκιμή μιας αποκλειστικά φυτικής διατροφής.

Στο τέλος της παρέμβασης, και οι δύο ομάδες μπορούσαν να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος στις πιέσεις ποδιών και να σηκωθούν ταχύτερα από μια καρέκλα σε σχέση με την αρχή της δοκιμής. Οι μετρήσεις έδειξαν βελτίωση τόσο της μυϊκής δύναμης όσο και της σωματικής απόδοσης. Οι ερευνητές του Amsterdam University of Applied Sciences στην Ολλανδία επισημαίνουν ότι μια διατροφή βασισμένη κυρίως σε φυτικές τροφές μπορεί να στηρίξει αυτές τις βελτιώσεις, εφόσον παρέχει αρκετή πρωτεΐνη και συνοδεύεται από συστηματική προπόνηση.
Η βασική διαφορά εμφανίστηκε στη μυϊκή μάζα των χεριών και των ποδιών. Η μέση αύξηση ήταν 0,66 κιλά στην ομάδα της παμφάγου διατροφής, έναντι 0,38 κιλών στη χορτοφαγική ομάδα — περίπου 70% μεγαλύτερη αύξηση για την πρώτη. Και οι δύο ομάδες, συνεπώς, κέρδισαν μυϊκή μάζα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Η διαφορά αυτή δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη στατιστικά σημαντική διαφορά στις βελτιώσεις της δύναμης και της σωματικής απόδοσης.
Η αιτία της διαφοράς παραμένει ασαφής. Το κείμενο της μελέτης αφήνει ανοιχτό αν σχετίζεται με χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης στη χορτοφαγική ομάδα ή με την ποιότητα της πρωτεΐνης από τις διαφορετικές τροφές. Στη χορτοφαγική ομάδα, η μεγαλύτερη κατανάλωση πρωτεΐνης συνδεόταν με μεγαλύτερη αύξηση μυϊκής μάζας, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στην παμφάγο ομάδα. Οι συγγραφείς υποθέτουν ότι η δεύτερη ίσως είχε ήδη φτάσει σε ένα επίπεδο πρόσληψης πέρα από το οποίο η επιπλέον πρωτεΐνη δεν πρόσφερε πρόσθετο όφελος στη μυϊκή ανάπτυξη.
Τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, καθώς οι συμμετέχοντες ήταν κυρίως λευκοί, υγιείς και υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Δεν είναι σαφές κατά πόσο τα ευρήματα ισχύουν για άλλους πληθυσμούς. Επιπλέον, η διατροφική έρευνα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων ο τρόπος ζωής, η συμπεριφορά, η γενετική, το κοινωνικό περιβάλλον και οι περιβαλλοντικές συνθήκες. Η συγκεκριμένη δοκιμή καταγράφει αποτελέσματα μιας παρέμβασης 12 εβδομάδων.
Το πρακτικό ζήτημα που αναδεικνύουν οι ερευνητές είναι η επάρκεια της διατροφής στις μεγαλύτερες ηλικίες, όταν η πρωτεΐνη έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση των μυών. Κατά τους συγγραφείς, η καταλληλότητα μιας περισσότερο φυτικής διατροφής εξαρτάται και από τις ατομικές συνθήκες. Για ανθρώπους με χαμηλή όρεξη ή περιορισμένη πρόσληψη ενέργειας, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην ποσότητα και την ποιότητα της πρωτεΐνης. Τα ευρήματα υποστηρίζουν τη δυνατότητα μυϊκής ενδυνάμωσης με χορτοφαγική διατροφή, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτό το ερώτημα της διαφοράς στην αύξηση μυϊκής μάζας.





Σχόλια