Ένα Σάββατο πρωί στα τέλη Απριλίου, δεκάδες τυχαία επιλεγμένοι πολίτες συγκεντρώνονται στο περιφερειακό κοινοβούλιο των Βρυξελλών για να συζητήσουν τη διαχείριση των απορριμμάτων. Μαζί τους, 15 βουλευτές. Είναι η τρίτη από τις πέντε συναντήσεις μιας συνέλευσης πολιτών που προέκυψε από ένα αίτημα με 1.143 υπογραφές — «Ας κάνουμε τις Βρυξέλλες μια καθαρή πόλη!» — και αποτελεί μέρος ενός θεσμού που κάποιοι ελπίζουν ότι θα αναζωογονήσει τη δημοκρατία.
Το Βέλγιο, παρά τη βαθιά πολιτική δυσλειτουργία του — χρειάστηκαν πάνω από 600 ημέρες για να σχηματιστεί κυβέρνηση στις Βρυξέλλες μετά τις εκλογές του 2024 — είναι από τις πρώτες χώρες που έκανε τις συνελεύσεις πολιτών μόνιμο θεσμό. Στο Όστμπελγκιεν, τη γερμανόφωνη περιοχή της χώρας, το κοινοβούλιο περιλαμβάνει «συμβούλιο πολιτών» από το 2019. Στις Βρυξέλλες, το κοινοβούλιο φιλοξενεί τακτικά συνελεύσεις με 45 πολίτες και 15 βουλευτές που διατυπώνουν συστάσεις για θέματα όπως η έλλειψη στέγης και η διαχείριση κρίσεων.
Η ιδέα έχει ιστορικές ρίζες: οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν κληρώσεις πολιτών για να παίρνουν αποφάσεις, και η Δημοκρατία της Βενετίας επιβίωσε πάνω από χίλια χρόνια εν μέρει χάρη σε ένα σύστημα κλήρωσης για την επιλογή ηγετών. Μόνο στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, οι εκλογές άρχισαν να θεωρούνται ο ιδανικός τρόπος διακυβέρνησης — μια επιλογή που, σύμφωνα με τον Βέλγο διανοούμενο Ντέιβιντ βαν Ρέιμπρουκ, επέτρεψε στις νέες ελίτ να κυβερνούν μεταξύ ομοϊδεατών τους. Ο βαν Ρέιμπρουκ, συγγραφέας του «Κατά των Εκλογών» (2013), έγινε ο πιο γνωστός υποστηρικτής των συνελεύσεων πολιτών μετά το αδιέξοδο των βελγικών διαπραγματεύσεων του 2010-2011, όταν η χώρα έμεινε χωρίς κυβέρνηση για 589 ημέρες. Το G1000, μια συνάντηση 1.000 τυχαία επιλεγμένων πολιτών που οργάνωσε, λειτούργησε κυρίως ως σύμβολο απογοήτευσης αλλά και προθυμίας συμμετοχής. «Το δικαίωμα ψήφου δεν αρκεί», λέει ο ίδιος, επισημαίνοντας ότι η δυσαρέσκεια με την πολιτική δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη.
Το κίνημα βασίστηκε σε προηγούμενα πειράματα: το 2004 η Βρετανική Κολομβία φιλοξένησε την πρώτη σύγχρονη συνέλευση πολιτών για την εκλογική μεταρρύθμιση, και η Ιρλανδία χρησιμοποίησε συνελεύσεις για να αλλάξει το Σύνταγμά της — πρώτα για τον γάμο ομοφύλων το 2015 και μετά για την άμβλωση το 2018 — χωρίς εθνική κατακραυγή ή βίαιες διαδηλώσεις. Αυτά τα παραδείγματα έπεισαν πολλούς ότι οι συνελεύσεις μπορούν να ξεκολλήσουν την πολιτική σε δύσκολα ζητήματα.
Όμως η παρατήρηση της συνέλευσης των Βρυξελλών αποκάλυψε και τις αδυναμίες του μοντέλου. Η διαδικασία ήταν εξαιρετικά αναλογική — ιδέες γράφονταν σε χαρτάκια Post-it, ομαδοποιούνταν σε πίνακες, και οι συμμετέχοντες έπρεπε να περιορίσουν τις προτάσεις τους σε μόλις πέντε. Οι ειδικοί συχνά απέρριπταν ιδέες, υπενθυμίζοντας ότι δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της περιφερειακής κυβέρνησης. «Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα, αλλιώς θα χρησιμοποιούνταν ήδη», είπε ένας ειδικός. Η κούραση ήταν αισθητή: «Θα ήταν καλύτερα να ήμασταν έξω», γκρίνιαξε ένας συμμετέχων το επόμενο πρωί.
Το πιο αποκαλυπτικό στιγμιότυπο ήρθε στην τελική ψηφοφορία τον Μάιο. Οι πολίτες ψήφισαν πρώτοι, αλλά μόνο η ψήφος των βουλευτών ήταν δεσμευτική. Όταν ένας βουλευτής κατέθεσε τροπολογία την τελευταία στιγμή που υπονόμευε μια πρόταση για αύξηση των οδοκαθαριστών, οι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν έντονα.
Η τροπολογία πέρασε με πλειοψηφία των βουλευτών παρά την αντίθεση των πολιτών. «Μας αντιμετωπίζετε σαν ηλίθιους», είπε μια γυναίκα στους βουλευτές, με χειροκροτήματα. Ένας άλλος συμμετέχων σταμάτησε να ψηφίζει στη μέση της διαδικασίας: «Ξεκάθαρα δεν έκανε διαφορά».
Η εμπειρία της Γαλλίας προσφέρει ένα προειδοποιητικό παράδειγμα αλλά και ενθαρρυντικά σημάδια. Η εθνική συνέλευση πολιτών για το κλίμα που συγκλήθηκε μετά τις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων το 2019 κατέληξε σε συστάσεις που στη συνέχεια αλλοιώθηκαν από λομπίστες και πολιτικούς. Πολλοί συμμετέχοντες ένιωσαν «προδοσία» και εξέδωσαν βιβλίο με τίτλο «Η Μεγάλη Απογοήτευση». Ωστόσο, το 73% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως οι συνελεύσεις πολιτών μπορούν να «βελτιώσουν τη δημοκρατική ζωή», και πάνω από δώδεκα πρώην συμμετέχοντες κατέβηκαν στις εκλογές ή άλλαξαν καριέρα προς πεδία σχετικά με το κλίμα.
Η Μαριάν Εχσάσι, εκτελεστική διευθύντρια του FIDE Βόρειας Αμερικής, υποστηρίζει ότι οι υποστηρικτές των συνελεύσεων πρέπει να συζητούν πιο ειλικρινά τι δεν πάει καλά. «Δεν νομίζω ότι έχουμε αρκετές ειλικρινείς συζητήσεις για το τι δεν λειτουργεί», λέει. Θεωρεί ότι η επιτυχία δεν μετριέται μόνο σε υιοθετημένες πολιτικές, αλλά και στο αν οι συμμετέχοντες νιώθουν πιο ενεργοποιημένοι και αν ενισχύεται το αίσθημα κοινότητας. Όμως αυτό που φάνηκε στις Βρυξέλλες είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι δεδομένα, ειδικά όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι η συνεισφορά τους δεν οδηγεί σε αλλαγή.
Παρά την απογοήτευση, η ίδια η γυναίκα που είχε μιλήσει στο κοινοβούλιο δήλωσε ότι θα συμμετείχε ευχαρίστως σε άλλη συνέλευση: «Φυσικά. Μου αρέσει να λέω τη γνώμη μου».
Το πείραμα των Βρυξελλών δείχνει ότι οι συνελεύσεις πολιτών αποκαλύπτουν τόσο τη δύναμη όσο και τα όρια της δημοκρατικής συμμετοχής. Καθώς ακαδημαϊκοί, μέσα ενημέρωσης και το κοινό παρακολουθούν στενότερα αυτές τις διαδικασίες, το ερώτημα παραμένει: μπορούν αυτά τα πειράματα να γεφυρώσουν πραγματικά το χάσμα μεταξύ πολιτών και εξουσίας, ή απλώς το κάνουν πιο ορατό;





Σχόλια