Ο Γκάμπορ Ματέ (Gabor Maté), Καναδός γιατρός και συγγραφέας γεννημένος τον Ιανουάριο του 1944, έχει επικεντρώσει το έργο του στην παιδική ανάπτυξη, στο ψυχικό τραύμα και στις μακροχρόνιες επιπτώσεις τους στην υγεία. Στα πέντε βιβλία του εξετάζει την εξάρτηση, το στρες, την αναπτυξιακή ψυχολογία και τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Κεντρική θέση στην προσέγγισή του έχει η αντιμετώπιση του συναισθηματικού πόνου που, κατά τον ίδιο, βρίσκεται πίσω από πολλές εξαρτητικές συμπεριφορές. Η κλινική του δράση συνυπάρχει με αντιπαραθέσεις για το εύρος των ισχυρισμών του και για το κατά πόσο στηρίζονται σε επαρκή επιστημονικά στοιχεία.
Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, σε εβραϊκή οικογένεια, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς όταν ήταν πέντε μηνών, η θεία του εξαφανίστηκε στον πόλεμο και ο πατέρας του υποβλήθηκε σε καταναγκαστική εργασία από τους ναζί. Όταν ήταν ενός έτους, η μητέρα του τον εμπιστεύτηκε σε έναν άγνωστο για περισσότερες από πέντε εβδομάδες, για να του σώσει τη ζωή. Ο ίδιος έχει περιγράψει αυτόν τον αποχωρισμό ως εμπειρία εγκατάλειψης, οργής και απόγνωσης, την οποία συνδέει με συγκρούσεις και φόβους εγκατάλειψης στην ενήλικη ζωή και στον γάμο του.
Η οικογένειά του μετανάστευσε στον Καναδά το 1956 και ο Ματέ σπούδασε στο University of British Columbia, στο Βανκούβερ. Αρχικά εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως καθηγητής αγγλικών και λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προτού επιστρέψει στο πανεπιστήμιο και αποκτήσει πτυχίο ιατρικής το 1977. Διατήρησε ιδιωτικό ιατρείο οικογενειακής ιατρικής στο ανατολικό Βανκούβερ για περισσότερα από είκοσι χρόνια και υπήρξε επί επτά χρόνια ιατρικός συντονιστής της μονάδας παρηγορητικής φροντίδας του Vancouver Hospital. Το 1969 παντρεύτηκε την καλλιτέχνιδα Ρέι Ματέ (Rae Maté), με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.
Για δώδεκα χρόνια εργάστηκε ως γιατρός στην Portland Hotel Society, μη κερδοσκοπική οργάνωση υποστηριζόμενης στέγασης, επισκεπτόμενος τους ενοίκους στα δωμάτιά τους. Οι περισσότεροι ασθενείς του αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα προβλήματα ψυχικής υγείας και χρήσης ουσιών, καθώς και χρόνια νοσήματα, όπως η λοίμωξη από HIV. Μαζί με την ιδρύτρια της οργάνωσης, τη νοσηλεύτρια Λιζ Έβανς (Liz Evans), συνέβαλε σε πρωτοβουλίες μείωσης της βλάβης και παροχής στέγης ως πρώτου βήματος υποστήριξης, μεταξύ τους ανταλλαγή συριγγών και εποπτευόμενη χρήση ενέσιμων ουσιών. Χορηγούσε μεθαδόνη χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή σε θεραπευτικά προγράμματα και δεν διέκοπτε τη συνταγογράφηση όταν κάποιος ασθενής βρισκόταν θετικός σε παράνομα οπιοειδή.
Τις εμπειρίες αυτές περιέγραψε στο βιβλίο In the Realm of Hungry Ghosts: Close Encounters with Addiction, το 2009, εξετάζοντας τη χρήση ουσιών ως τρόπο αντιμετώπισης του πόνου και τις συνέπειες της κακοποίησης και της παραμέλησης. Ορίζει την εξάρτηση ως χρήση ουσίας ή επανάληψη συμπεριφοράς που προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά προκαλεί μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Με αυτόν τον ευρύ ορισμό περιλαμβάνει, πέρα από τις ουσίες, τον τζόγο, την εργασία, το φαγητό και τα κοινωνικά δίκτυα. Υποστηρίζει ότι η τιμωρία και ο κοινωνικός αποκλεισμός επιδεινώνουν την εξάρτηση, ενώ στα βιβλία και στις διαλέξεις του δίνει έμφαση στις σχέσεις και στην αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
Το 2010 άρχισε να ενδιαφέρεται για την αγιαχουάσκα και τις πιθανές εφαρμογές της στην αντιμετώπιση της εξάρτησης, οργανώνοντας πολυήμερες θεραπευτικές συναντήσεις με παραδοσιακό θεραπευτή από το Περού. Ορισμένες συναντήσεις μελετήθηκαν από ερευνητές των University of Victoria και University of British Columbia. Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της μελέτης παρατήρησης έδειξαν στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις σε ορισμένους ψυχολογικούς δείκτες και μείωση της προβληματικής χρήσης ουσιών· πρόκειται για περιορισμένη, προκαταρκτική τεκμηρίωση. Το 2011, η Health Canada προειδοποίησε ότι θα μπορούσε να παραπέμψει την υπόθεση στην αστυνομία λόγω της χρήσης της παράνομης ουσίας.
Η έμφαση που δίνει στο τραύμα έχει δεχθεί κριτική από ειδικούς που θεωρούν ότι αποδίδει σε αυτό υπερβολικά μεγάλο ερμηνευτικό βάρος. Ο ψυχολόγος Στάντον Πιλ (Stanton Peele), παρότι εκτιμά τη δουλειά του στην εποπτευόμενη δομή χρήσης ουσιών Insite, χαρακτηρίζει αναγωγική την αναζήτηση παιδικού τραύματος πίσω από κάθε περίπτωση εξάρτησης. Ο καθηγητής Νικ Χάσλαμ (Nick Haslam) θεωρεί μη ισορροπημένη την ανάδειξη του τραύματος σε μοναδική πρωταρχική αιτία της κακής υγείας, ενώ άλλοι ακαδημαϊκοί αμφισβητούν την τεκμηρίωση μέρους του έργου του. Ξεχωριστή κριτική προκάλεσε το 2023 η δημόσια απόδοση ψυχιατρικών διαγνώσεων στον πρίγκιπα Χάρι (Prince Harry), με βάση την αυτοβιογραφία του και μια συνέντευξη: ειδικοί τόνισαν ότι απαιτείται δομημένη κλινική αξιολόγηση.
Ο Ματέ έχει επίσης τοποθετηθεί δημόσια για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Σε άρθρο γνώμης το 2014 υποστήριξε ότι οι ισραηλινές πολιτικές ήταν ασύμβατες με μια δίκαιη ειρήνη και συνέκρινε την κατάσταση στη Γάζα με το γκέτο της Βαρσοβίας, επικαλούμενος τη μεγάλη ανισορροπία ισχύος. Το 2023 ζήτησε τον τερματισμό της κατοχής και της δίωξης των Παλαιστινίων και την επιστροφή εδαφών που κατέχονται από το 1967. Στις διακρίσεις του περιλαμβάνονται βραβείο του Δήμου του Βανκούβερ το 2011, η ένταξή του στο Order of Canada το 2018 και το Vine Award το 2023 για το The Myth of Normal, που συνέγραψε με τον γιο του Ντάνιελ Ματέ (Daniel Maté).





Σχόλια