Η αναπτυσσόμενη βιομηχανία ιχθυαλεύρων στη Σενεγάλη απορροφά ψάρια που προηγουμένως έφταναν στις τοπικές αγορές, εντείνοντας τις ανησυχίες για την επισιτιστική ασφάλεια και το μέλλον των αλιευτικών κοινοτήτων. Τα εργοστάσια μετατρέπουν τα αλιεύματα σε ζωοτροφές για πουλερικά, χοίρους και κυρίως ψάρια και άλλα είδη υδατοκαλλιέργειας, με προορισμό τις εξαγωγές. Έρευνα του Outlaw Ocean Project, που δημοσιεύεται σε επεξεργασμένη μορφή από το Mongabay, περιγράφει το περιβαλλοντικό, οικονομικό και ανθρώπινο κόστος αυτής της μετατόπισης. Παρά τα φορολογικά έσοδα και τις θέσεις εργασίας που προσφέρει ο κλάδος, οι κάτοικοι αναφέρουν ότι δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να εξασφαλίσουν τροφή και εισόδημα.
Από τον Ιούλιο του 2024 έως τον Μάρτιο του 2025, δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν τρία εργοστάσια: τα Omega Fishing, Touba Protéine Marine και Saint Louis Sea Production. Μίλησαν με κατοίκους, εργαζομένους και διευθυντικά στελέχη, συγκεντρώνοντας μαρτυρίες και καταγγελίες για τις επιπτώσεις της λειτουργίας τους. Οι τρεις επιχειρήσεις δεν απάντησαν στα αιτήματα σχολιασμού. Σύμφωνα με την έρευνα, τουλάχιστον οκτώ μονάδες στη Σενεγάλη συνδέθηκαν την περίοδο 2018–2024 με περιβαλλοντικές παραβάσεις, μη βιώσιμες αλιευτικές πρακτικές και επανειλημμένες κοινωνικές αναταραχές.
Στις 20 Αυγούστου 2022, τουλάχιστον 50 διαδηλωτές στην παράκτια πόλη Καγιάρ ζήτησαν να κλείσει το Touba Protéine Marine, καταγγέλλοντας μόλυνση του νερού και αφόρητη δυσοσμία. Υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση είχε αθετήσει τη δέσμευσή της να μην εγκρίνει νέα εργοστάσια ιχθυαλεύρων και ότι η μονάδα προκαλούσε προβλήματα υγείας. Το εργοστάσιο είχε κατασκευαστεί σε απόσταση μικρότερη του μισού χιλιομέτρου από κατοικίες, με το ρεπορτάζ να επικαλείται κυβερνητικά έγγραφα και δορυφορικές εικόνες για παραβιάσεις των τοπικών κανόνων χωροθέτησης. Η μονάδα, που ανήκε έως το 2022 στην ισπανική Barna, φέρεται επίσης να επεξεργαζόταν ολόκληρα ψάρια.
Η χρήση ολόκληρων ψαριών για ιχθυάλευρα είναι νόμιμη στη Σενεγάλη, διευκρίνισε γραπτώς η Φατού Ντιούφ (Fatou Diouf), διευθυντικό στέλεχος του υπουργείου Αλιείας. Πρόσθεσε ότι θα εφαρμοστούν περαιτέρω μέθοδοι ελέγχου ώστε να αποτραπεί αυτή η πρακτική. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι σε άλλες περιοχές του κόσμου τα ιχθυάλευρα παράγονται συνήθως από παρεμπίπτοντα αλιεύματα και ανεπιθύμητα μέρη ψαριών. Στη Σενεγάλη, όμως, σημαντικό μέρος των αλιευμάτων κατευθύνεται στις μονάδες παραγωγής, αυξάνοντας την πίεση στην προσφορά ψαριών για ανθρώπινη κατανάλωση.
Οι περιβαλλοντικές καταγγελίες αφορούν τουλάχιστον δώδεκα περιστατικά την περίοδο 2018–2024, μεταξύ άλλων απόρριψη αποβλήτων επεξεργασίας σε παραλίες και εκπομπές καπνού που, σύμφωνα με κατοίκους, προκαλούσαν αναπνευστικά προβλήματα. Μελέτη του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ το 2022 συνέδεσε πέντε εργοστάσια που λειτουργούσαν τότε με αυξημένα αναπνευστικά νοσήματα, όπως ρινίτιδα και χρόνιο βήχα. Ιδιαίτερα επηρεάζονταν παιδιά, ηλικιωμένοι και άνθρωποι με προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας. Τα ευρήματα αυτά προσθέτουν μια διάσταση δημόσιας υγείας στις διαμαρτυρίες για την απώλεια τροφής και εισοδήματος.
Στο Αμπενέ, εργοστάσιο της Société des Produits Halieutiques άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 2018 και σύντομα προκάλεσε αντιδράσεις. Σύμφωνα με το τοπικό μέσο Malagen, κάτοικοι ανέφεραν πυκνό μαύρο καπνό, έντονη δυσοσμία και ανεπεξέργαστα λύματα που κατέληγαν σε ορυζώνες και πηγάδια. Μέσα σε λίγες εβδομάδες εμφανίστηκαν νεκρά ψάρια στην παραλία, με τους ερευνητές να υποψιάζονται ρύπανση από τη μονάδα. Σε τοπικό δημοψήφισμα υπό την εποπτεία του υπουργείου Περιβάλλοντος, περισσότερο από το 90% των συμμετεχόντων τάχθηκε κατά του εργοστασίου, ενώ έξι γειτονικά χωριά εξέδωσαν κοινό υπόμνημα διαμαρτυρίας. Η κυβέρνηση ανέστειλε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του 2018.
Η επέκταση του κλάδου συνδέεται με την παγκόσμια ζήτηση για προϊόντα υδατοκαλλιέργειας, μιας βιομηχανίας αξίας 313 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Οι επενδύσεις στη Δυτική Αφρική άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010, κυρίως από κινεζικές και ευρωπαϊκές εταιρείες που στόχευαν στις αγορές της Ευρώπης και της Ασίας. Η Greenpeace υπολόγιζε ότι το 2019 λειτουργούσαν περίπου 50 εργοστάσια ιχθυαλεύρων και ιχθυελαίου στη Μαυριτανία, στη Σενεγάλη και στην Γκάμπια, καταναλώνοντας συνολικά περίπου μισό εκατομμύριο τόνους ψαριών ετησίως. Στη Σενεγάλη καταγράφονταν τουλάχιστον έξι ενεργές μονάδες το 2024, ενώ ο κλάδος είχε δημιουργήσει εκατοντάδες θέσεις εργασίας και εκατομμύρια δολάρια φορολογικών εσόδων.
Τα στοιχεία για την τοπική διατροφή δείχνουν το μέγεθος της πίεσης: μεταξύ 2009 και 2018, η ποσότητα μικρών πελαγικών ψαριών στις αγορές μειώθηκε κατά δύο τρίτα και η κατά κεφαλήν κατανάλωση κατά το ήμισυ. Ο οργανισμός του ΟΗΕ είχε προειδοποιήσει ότι, από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 2020, η χώρα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ετήσιο έλλειμμα περίπου 150.000 τόνων ψαριών για ανθρώπινη κατανάλωση. Η 58Χρόνη Φατού Σάμπα (Fatou Samba), που εργάζεται στην επεξεργασία ψαριών στο Μπαρνί, περιέγραψε την αλλαγή μέσα από την καθημερινότητα: ακόμη και τρία γεύματα την ημέρα έχουν γίνει δύσκολα. Όπως είπε, η οικογένειά της σκέφτεται πλέον την επιβίωση και όχι την αποταμίευση.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ψαράδες που, με περιορισμένες προοπτικές στον τόπο τους, επιχειρούν το επικίνδυνο θαλάσσιο ταξίδι άνω των 1.500 χιλιομέτρων προς τις Κανάριες Νήσους. Η διαδρομή κόστισε περισσότερες από 3.000 ζωές το 2025, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Ο 21χρόνος Σεϊχού Ομάρ (Cheikhou Omar) δήλωσε τον Σεπτέμβριο του 2024 ότι έφυγε επειδή δεν υπήρχαν πια ψάρια· είχε διασωθεί όταν το σκάφος του ανατράπηκε, με 30 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους. Η μαρτυρία του αναδεικνύει το ανθρώπινο κόστος που περιγράφει το ρεπορτάζ και το ερώτημα ποιοι επωμίζονται τις συνέπειες μιας βιομηχανίας που εξυπηρετεί τη διεθνή αγορά τροφίμων.





Σχόλια