Ο Παναγιώτης Μανίκης είναι γεωπόνος, αγρότης και στοχαστής που συνδέθηκε με τη φυσική καλλιέργεια μέσα από μια προσωπική περιπέτεια υγείας. Όπως αφηγείται ο ίδιος, σε ηλικία περίπου 18 ετών αρρώστησε βαριά και οι γιατροί τού είπαν ότι δεν θα ζούσε για πολλά χρόνια. Η φαρμακευτική αγωγή δεν του έφερνε βελτίωση· αντίθετα, ένιωθε ότι κινδύνευε από τα ίδια τα φάρμακα. Αποφάσισε τότε να αλλάξει ριζικά διατροφή, στρεφόμενος κυρίως σε μια πιο υγιεινή, χορτοφαγική βάση, και σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία η υγεία του βελτιώθηκε σημαντικά.
Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να αμφισβητήσει τη συμβατική ιατρική και, επειδή σπούδαζε γεωπονία, να αναρωτηθεί αν κάτι αντίστοιχο ισχύει για τα φυτά, το έδαφος και τη γη. Αναζητώντας ανθρώπους που είχαν σκεφτεί ότι η φυσική κατάσταση ανθρώπων, ζώων και φυτών είναι η υγεία, έπεσε πάνω στο βιβλίο «Η Επανάσταση ενός Άχυρου» του Ιάπωνα φυτοπαθολόγου Μασανόμπου Φουκουόκα (Masanobu Fukuoka). Όπως λέει, κατάλαβε αμέσως ότι αυτό έψαχνε και το 1980 ταξίδεψε στην Ιαπωνία για να μαθητεύσει δίπλα στον εμπνευστή της φυσικής καλλιέργειας.
Μετά την Ιαπωνία, ο Μανίκης εργάστηκε σε φυσικά αγροκτήματα στη Βραζιλία και την Ινδία, προτού επιστρέψει στην Ελλάδα και αποκτήσει το 1988 ή 1989 ένα μικρό αγρόκτημα στην περιοχή της Έδεσσας. Ξεκίνησε με περίπου 15 στρέμματα και, όπως αναφέρει, σήμερα το κτήμα έχει φτάσει στα 35 στρέμματα και φιλοξενεί 120 ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων, οι οποίες συνυπάρχουν με δασικά δέντρα, λαχανικά, σιτηρά και φυτά χλωρής λίπανσης. Πρόκειται, όπως το περιγράφει, για μια τρισδιάστατη αξιοποίηση του κτήματος.
Η μέθοδος της φυσικής καλλιέργειας, όπως την παρουσιάζει ο Μανίκης, απορρίπτει λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ζιζανιοκτονία, βοτάνισμα και όργωμα με μηχανήματα. Υπάρχει μάλιστα και μια πέμπτη αρχή: τα οπωροφόρα δέντρα δεν κλαδεύονται. Στην πράξη, την περίοδο των βροχών γίνεται ένα μεγάλο μείγμα σπόρων —κλασικά δέντρα, οπωροφόρα, λαχανικά— που τυλίγεται με αργιλόχωμα για να προστατευτεί από πουλιά και τρωκτικά και ρίχνεται στο έδαφος. Στη συνέχεια, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η φύση αποφασίζει πού θα φυτρώσει το κάθε φυτό, χωρίς να χρειάζεται ανθρώπινη γνώση ή τεχνολογία.
Ο ίδιος επιμένει ότι η φυσική καλλιέργεια δεν είναι απλώς μια γεωργική τεχνική, αλλά ένα πνευματικό μονοπάτι που επιδιώκει να ενώσει επιστήμη, θρησκεία και φιλοσοφία —και τελικά θεό, άνθρωπο και φύση. Θεωρεί ότι για να καταλάβει κανείς τι είναι η φυσική καλλιέργεια πρέπει να είναι παράλληλα και «φυσικός άνθρωπος», να τρέφεται φυσικά και να ζει με τρόπο συμβατό με αυτή τη φιλοσοφία.
Απέναντι στη συμβατική γεωπονία, ο Μανίκης διατυπώνει έντονη κριτική. Υποστηρίζει ότι η χημική καλλιέργεια έχει αποτύχει και στους τρεις άξονές της: δεν έλυσε το πρόβλημα της πείνας αλλά το επιδείνωσε, δηλητηρίασε νερό, αέρα και γη, ενώ οικονομικά ο αγρότης βουλιάζει και ο αγροτικός πληθυσμός συρρικνώνεται. Ως παράδειγμα αναφέρει ότι κάθε χρόνο περίπου 100 εκατομμύρια στρέμματα γης καταστρέφονται λόγω υψηλής αλατότητας από υπεράρδευση και υπερλίπανση.
Επίσης θεωρεί ότι ακόμη και η βιολογική καλλιέργεια δεν ξεφεύγει από τη λογική της παρέμβασης, αφού αντικαθιστά απλώς τα χημικά με βιολογικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα.
Για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς εκφράζει ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία. Πιστεύει ότι τα ΓΤΟ μπορούν να αποτελέσουν μεγαλύτερη απειλή από την κλασική χημική γεωργία, καθώς ο αγρότης θα εξαρτηθεί πλήρως από τις εταιρείες που προμηθεύουν τους μεταλλαγμένους σπόρους, τα λιπάσματα και τα αντίστοιχα φυτοφάρμακα. Για την επέμβαση σε γονιδιακό επίπεδο επισημαίνει ότι κάθε δράση προκαλεί αντίδραση και ότι μια παρέμβαση στο γονιδίωμα μπορεί να δημιουργήσει απρόβλεπτες νέες ασθένειες.
Η κριτική του επεκτείνεται και στην ιατρική. Υποστηρίζει ότι ο στόχος της ιατρικής θα έπρεπε να είναι λιγότερα νοσοκομεία, λιγότερα φάρμακα και λιγότερες ασθένειες, και ότι η υγεία δεν είναι απλώς η απουσία αρρώστιας, αλλά περιλαμβάνει ποιότητες όπως η χαρά, η αντοχή στις αντιξοότητες και η καρτερικότητα. Θεωρεί ότι η σύγχρονη ιατρική καταπιέζει τα συμπτώματα αντί να βοηθά τον οργανισμό να αυτοθεραπευτεί, και ότι η επιστήμη έχει αποκοπεί από τη φιλοσοφία και τη ζωή, δημιουργώντας προβλήματα όπως η μόλυνση, οι πλημμύρες, η τρύπα του όζοντος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Επικαλείται και τη φράση του Αϊνστάιν ότι ο νους που δημιουργεί ένα πρόβλημα δεν μπορεί να το λύσει.
Παρά την κριτική, ο Μανίκης δεν μένει μόνο στη θεωρία. Θεωρεί ότι η δημιουργία ενός μικρού «παραδείσου» στην Έδεσσα δεν αρκεί και ότι πρέπει να σπαρθούν σπόροι και στις ανθρώπινες καρδιές. Μεταφέρει την ιδέα της αυτάρκειας, των λαχανόκηπων και της αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων χωραφιών, με όραμα να πρασινίσουν τα βουνά και η Ελλάδα να γίνει «ένα απέραντο περιβόλι». Σε επισκέψεις όπως αυτή στη Χίο, σε συνεργασία με ομάδες διατήρησης παραδοσιακών ποικιλιών σπόρων, παρουσιάζει τη φυσική καλλιέργεια ως διέξοδο στην κρίση, έστω κι αν τελικά ξεκινήσουν λίγοι άνθρωποι.
Η διαδρομή του Παναγιώτη Μανίκη έχει ενδιαφέρον ως ένα πραγματικό, λειτουργικό παράδειγμα γεωργίας με χαμηλή παρέμβαση και ως όραμα αυτάρκειας μέσα στα όρια του πλανήτη. Ωστόσο οι ισχυρισμοί του για την προσωπική του ίαση παραμένουν προσωπική μαρτυρία και δεν αποτελούν ιατρική σύσταση. Το ίδιο ισχύει και για τις γενικεύσεις του κατά της συμβατικής επιστήμης: η αξία της πρότασής του βρίσκεται κυρίως στη γεωργική πρακτική, στο κάλεσμα για ταπεινότητα απέναντι στη φύση και στην αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος.





Σχόλια