Το 1946, μόλις έντεκα μήνες αφότου επέζησε από το Άουσβιτς, ο Βιεννέζος νευρολόγος και ψυχίατρος Βίκτορ Φρανκλ (Viktor Frankl) επιμελήθηκε μια σειρά διαλέξεων σε ένα λεπτό βιβλίο που εκδόθηκε στη Γερμανία. Οι διαλέξεις αυτές είχαν ως αφετηρία το ερώτημα που έθεσε ο Αλμπέρ Καμί το 1942 στον «Μύθο του Σισύφου»: αν αξίζει να ζει κανείς τη ζωή.
Ο Φρανκλ είχε χάσει τη μητέρα, τον πατέρα και τον αδελφό του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η δική του ζωή σώθηκε από έναν συνδυασμό τύχης, επιλογών και χαρακτήρα.
Το βιβλίο, που ετοιμάστηκε την ίδια περίοδο με το «Man's Search for Meaning», έπεσε με τον καιρό στην αφάνεια και ξεχάστηκε. Τώρα οι διαλέξεις κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα αγγλικά ως «Yes to Life: In Spite of Everything».
Σε αυτές τις διαλέξεις ο Φρανκλ απορρίπτει εξίσου την ηττοπαθή νοοτροπία του «τέλους του κόσμου» που ακολούθησε το Ολοκαύτωμα και την αφελή αισιοδοξία παλαιότερων εποχών. Και οι δύο στάσεις, υποστηρίζει, πηγάζουν από τον μηδενισμό. Όπως και ο σύγχρονός του Έριχ Φρομ, θεωρεί ότι μόνο η έλλογη πίστη στο ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να μας βγάλει από το τέλμα.
Ο Φρανκλ δεν θεωρεί δεδομένη καμία μορφή προόδου. «Σήμερα δεν μπορούμε να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια, ακριβώς επειδή ο καθένας μας καθορίζει τι και πόσο “προοδεύει”», γράφει. Η εσωτερική πρόοδος, επιμένει, είναι δυνατή μόνο για το άτομο· η μαζική πρόοδος στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται στην τεχνική πρόοδο, που μας εντυπωσιάζει επειδή ζούμε σε μια τεχνική εποχή.
Απέναντι στην ιδέα ότι το νόημα βρίσκεται στην ηδονή, ο Φρανκλ χρησιμοποιεί την εικόνα ενός μελλοθάνατου που αρνείται να διαλέξει το τελευταίο γεύμα του: ό,τι κι αν φάει, σε λίγες ώρες θα είναι πτώμα. Αν επιδιώκαμε μόνο την ηδονή, λέει, ολόκληρη η ζωή θα ήταν μάταιη μπροστά στον θάνατο. Η ηδονή δεν μπορεί από μόνη της να δώσει νόημα στην ύπαρξη· άρα ούτε η έλλειψή της μπορεί να το αφαιρέσει.
Παραθέτοντας τον ποιητή Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, ο Φρανκλ θυμίζει ότι η χαρά δεν μπορεί να κυνηγηθεί ως στόχος. Ο Ταγκόρ το διατυπώνει με τρεις στίχους: «Κοιμήθηκα και ονειρεύτηκα πως η ζωή ήταν χαρά. Ξύπνησα και είδα πως η ζωή ήταν καθήκον. Εργάστηκα — και ιδού, το καθήκον ήταν χαρά». Η ευτυχία, γράφει ο Φρανκλ, δεν πρέπει και δεν μπορεί ποτέ να είναι στόχος, μόνο αποτέλεσμα.
Το κρίσιμο βήμα είναι μια στροφή 180 μοιρών: αντί να ρωτάμε «τι μπορώ να περιμένω από τη ζωή;», να ρωτάμε «τι περιμένει η ζωή από εμένα;». Το ερώτημα του νοήματος, εξηγεί, δεν τίθεται γενικά και αφηρημένα. Αλλάζει από ώρα σε ώρα και από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως ακριβώς δεν υπάρχει «η καλύτερη κίνηση» στο σκάκι έξω από μια συγκεκριμένη παρτίδα. Επειδή κάθε στιγμή η ζωή μάς θέτει ένα συγκεκριμένο ερώτημα, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να πραγματώσουμε νόημα — «μέχρι την τελευταία πνοή», όσο είμαστε συνειδητοί και υπεύθυνοι.
Τέλος, ο Φρανκλ υπογραμμίζει ότι η θνητότητα δεν αφαιρεί το νόημα, αλλά το καθιστά δυνατό. Το πεπερασμένο του χρόνου και των δυνατοτήτων μας δίνει βαρύτητα σε κάθε ώρα. Ό,τι δεν εκπληρώνουμε χάνεται «για πάντα»· ό,τι καταφέρνουμε σώζεται στην πραγματικότητα ως παρελθόν και δεν μπορεί πια να βλαφθεί από τη φθορά.
Στο υπόλοιπο βιβλίο ο Φρανκλ εξετάζει πώς οι ατέλειες της ανθρώπινης φύσης προσθέτουν, αντί να αφαιρούν, νόημα στη ζωή μας.





Σχόλια