«Ο μύθος του Σίσυφου» (γαλλικά: Le mythe de Sisyphe) είναι φιλοσοφικό δοκίμιο του Αλμπέρ Καμύ, δημοσιευμένο το 1942. Ο Καμύ, επηρεασμένος από φιλοσόφους όπως ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ, ο Άρτουρ Σοπενχάουερ και ο Φρίντριχ Νίτσε, παρουσιάζει εδώ τη φιλοσοφία του παραλόγου, που συνδέεται με άλλα έργα του — από το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» μέχρι το δοκίμιο «Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος». Ο ίδιος απέρριπτε σταθερά την ταμπέλα του υπαρξιστή, επιμένοντας ότι η φιλοσοφία του παραλόγου ήταν κάτι διακριτό, τόσο από το «άλμα πίστης» του Κίρκεγκωρ όσο και από την οντολογία του Χάιντεγκερ.
Το παράλογο, σύμφωνα με τον Καμύ, δεν βρίσκεται ούτε στον κόσμο ούτε στον άνθρωπο ξεχωριστά: γεννιέται στην αντιπαράθεση ανάμεσα στη θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη να αποδοθεί νόημα στη ζωή και στην «παράλογη σιωπή» του σύμπαντος ως απάντηση. Είναι η στιγμή που η «όρεξη για το απόλυτο και την ενότητα» συναντά την αδυναμία να αναχθεί ο κόσμος σε μια λογική και εύλογη αρχή. Από τη στιγμή που το παράλογο αναγνωρίζεται, γράφει ο Καμύ, γίνεται «πάθος, το πιο οδυνηρό από όλα».
Το πρώτο ερώτημα που θέτει το δοκίμιο είναι, κατά τον συγγραφέα, το μόνο σοβαρό ερώτημα της φιλοσοφίας: η συνειδητοποίηση του παραλόγου και της έλλειψης νοήματος οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοκτονία; Η απάντηση του Καμύ είναι κατηγορηματικά όχι. Η αυτοκτονία απορρίπτεται γιατί χωρίς τον άνθρωπο το παράλογο δεν μπορεί να υπάρξει: η αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία για νόημα και στον άλογο κόσμο πρέπει να βιωθεί, όχι να διαλυθεί. Ο λόγος και τα όριά του πρέπει να αναγνωριστούν, χωρίς ψεύτικες ελπίδες.

Εξίσου απορριπτέες είναι οι «φιλοσοφικές αυτοκτονίες»: οι θέσεις φιλοσόφων που, ενώ ξεκινούν από το παράλογο, καταλήγουν να το προδίδουν. Ο Κίρκεγκωρ και ο Λεβ Σεστόφ εγκαταλείπουν τον ορθό λόγο και στρέφονται στον Θεό· ο Χούσερλ, αντίθετα, εξυψώνει τον λόγο καταλήγοντας σε αφηρημένα συστήματα και πλατωνικές μορφές. Και οι δύο δρόμοι, γράφει ο Καμύ, συνιστούν προδοσία της αρχικής παράλογης θέσης. Η ακεραιότητα, επιμένει, δεν χρειάζεται κανόνες· το «όλα επιτρέπονται» δεν είναι κραυγή χαράς αλλά πικρή αναγνώριση ενός γεγονότος.
Από την πλήρη αποδοχή του παραλόγου προκύπτουν τρεις συνέπειες: η εξέγερση, η ελευθερία και το πάθος. Η εξέγερση είναι η διαρκής αντιπαράθεση με το παράλογο — ποτέ οριστικά αποδεκτό, πάντα υπό αμφισβήτηση. Η ελευθερία αποκτά συγκεκριμένο νόημα: ο παράλογος άνθρωπος, μη δεσμευμένος πια από την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος ή μιας αιωνιότητας, απολαμβάνει μια ελευθερία έναντι των κοινών κανόνων. Και χωρίς νόημα στη ζωή δεν υπάρχει ιεραρχία αξιών: «Αυτό που μετράει δεν είναι η καλύτερη ζωή αλλά η περισσότερη ζωή».
Ο Καμύ παρουσιάζει κατόπιν παραδείγματα της παράλογης ζωής: τον Δον Ζουάν, τον κατ' εξακολούθηση σαγηνευτή που ζει το πάθος στο έπακρο χωρίς υποσχέσεις αιωνιότητας· τον ηθοποιό, που ενσαρκώνει εφήμερες ζωές για εφήμερη δόξα, αποδεικνύοντας ότι το φαίνεσθαι δημιουργεί το είναι· και τον κατακτητή, τον πολεμιστή που παραιτείται από κάθε υπόσχεση αιωνιότητας για να δράσει μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν διαρκεί και καμία νίκη δεν είναι οριστική.
Στο κεφάλαιο για την παράλογη δημιουργία, ο Καμύ εξετάζει τον καλλιτέχνη. Αφού η εξήγηση είναι αδύνατη, η παράλογη τέχνη περιορίζεται στην περιγραφή των μυριάδων εμπειριών του κόσμου — «αν ο κόσμος ήταν καθαρός, η τέχνη δεν θα υπήρχε». Αναλύοντας το έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, και ιδίως το «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», τους «Δαιμονισμένους» και τους «Αδελφούς Καραμάζοφ», διαπιστώνει ότι όλα ξεκινούν από την παράλογη θέση, αλλά το «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα» και οι «Αδελφοί Καραμάζοφ» τελικά βρίσκουν δρόμο προς την ελπίδα και την πίστη — και έτσι αποτυγχάνουν ως πραγματικά παράλογα δημιουργήματα. Το ίδιο ισχύει, σημειώνει στο παράρτημα, και για τον Φραντς Κάφκα, του οποίου το έργο διατηρεί μια χαραμάδα ελπίδας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Καμύ στρέφεται στον Σίσυφο της ελληνικής μυθολογίας: τον ήρωα που αψήφησε τους θεούς, αλυσόδεσε τον Θάνατο και κατόρθωσε να ξεγελάσει τον κάτω κόσμο. Η τιμωρία του ήταν να σπρώχνει για πάντα έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, μόνο για να τον βλέπει να κυλά ξανά κάτω κάθε φορά που πλησίαζε την κορυφή. Για τον Καμύ, ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας: ζει τη ζωή στο έπακρο, μισεί τον θάνατο και είναι καταδικασμένος σε ένα ανούσιο έργο.
Ο αδιάκοπος και μάταιος μόχθος του γίνεται μεταφορά για τις σύγχρονες ζωές που αναλώνονται σε μάταιες δουλειές σε εργοστάσια και γραφεία: «Ο σημερινός εργάτης δουλεύει κάθε μέρα της ζωής του στις ίδιες εργασίες, και αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά είναι τραγική μόνο τις σπάνιες στιγμές που γίνεται συνειδητή». Ο Καμύ ενδιαφέρεται ακριβώς για εκείνη τη στιγμή της επιστροφής, όταν ο Σίσυφος κατεβαίνει το βουνό για να ξαναρχίσει: εκεί ο ήρωας συνειδητοποιεί την κατάστασή του. «Δεν υπάρχει μοίρα που δεν μπορεί να νικηθεί με την περιφρόνηση», γράφει.
Το συμπέρασμα του δοκιμίου είναι μια από τις πιο διάσημες φράσεις της νεότερης φιλοσοφίας: «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Όταν ο Σίσυφος αναγνωρίζει τη ματαιότητα του έργου του και τη βεβαιότητα της μοίρας του, απελευθερώνεται: ο αγώνας προς τα ύψη αρκεί για να γεμίσει την καρδιά ενός ανθρώπου. Ο Καμύ άρχισε να γράφει το έργο το 1940, κατά την πτώση της Γαλλίας, όταν εκατομμύρια πρόσφυγες τράπηκαν σε φυγή από τον γερμανικό στρατό — και παρότι το δοκίμιο σπάνια αναφέρεται στο γεγονός, μελετητές όπως ο Ρόμπερτ Ζαρέτσκι υποστηρίζουν ότι εκείνο το βίωμα γέννησε τις ιδέες του παραλόγου. Στην ελληνική γλώσσα το δοκίμιο κυκλοφορεί σε μεταφράσεις από το 1970, μεταξύ των οποίων εκείνη των εκδόσεων Καστανιώτη (2007), σε μετάφραση Νίκης Καρακίτσου-Dougé και Μαρίας Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν.





Σχόλια