Ο βιομηχανικός πολιτισμός μας οδεύει προς κατάρρευση — όχι σε εκατό ή χίλια χρόνια, αλλά μέσα στη διάρκεια ζωής των περισσότερων ανθρώπων που ζουν σήμερα, υποστηρίζει το δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο CollapseMusings. Η κλιματική αλλαγή, η απώλεια βιοποικιλότητας και η εξάντληση των πόρων δεν είναι τα πραγματικά προβλήματα, αλλά συμπτώματα ενός βαθύτερου φαινομένου: της οικολογικής υπέρβασης (overshoot). Η οικολογική υπέρβαση συμβαίνει όταν οι απαιτήσεις ενός είδους ξεπερνούν την αναγεννητική ικανότητα του οικοσυστήματος που το φιλοξενεί.
Το κλασικό παράδειγμα είναι το νησί St. Matthew στη Βερίγγειο Θάλασσα: το 1944 η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ άφησε 29 ταράνδους ως εφεδρική τροφή για τους στρατιώτες. Χωρίς θηρευτές και με άφθονη τροφή, ο πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε — 1.350 ζώα το 1957, 6.000 το 1963. Όταν ο βιολόγος Ντέιβ Κλάιν (Dave Klein) επέστρεψε το 1966, βρήκε μόλις 42 εξαθλιωμένους ταράνδους: ο πληθυσμός είχε καταρρεύσει κατά 99% μέσα σε λίγα χρόνια, επειδή τα ζώα είχαν καταναλώσει την τροφή ταχύτερα από ό,τι μπορούσε να αναγεννηθεί.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η ανθρωπότητα ακολουθεί την ίδια πορεία. Γύρω στο 10.000 π.Χ., δηλαδή πριν από περίπου 12.000 χρόνια, η σταθεροποίηση του κλίματος κατά το Ολόκαινο επέτρεψε την επέκταση της γεωργίας και τη σταδιακή αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού. Από τον 18ο αιώνα, οι τεχνολογικές εφευρέσεις και ιδίως η ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου σε όλη την Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα έδωσαν στον άνθρωπο πρόσβαση σε τεράστια ποσά ενέργειας, επιτρέποντας την εκθετική αύξηση του πληθυσμού και των υλικών αγαθών. Η Πράσινη Επανάσταση της δεκαετίας του 1970 — με χημικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα, μηχανοποίηση και άντληση υπόγειων υδάτων — εκτίναξε την παραγωγή τροφής και διέψευσε τις προβλέψεις του Πολ Έρλιχ (Paul Ehrlich) για μαζικό λιμό.
Όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτή η αυξημένη φέρουσα ικανότητα είναι μια ψευδαίσθηση: ο Ουίλιαμ Κάτον (William Catton) την αποκάλεσε «φέρουσα ικανότητα-φάντασμα», επειδή η διατροφή 8 δισεκατομμυρίων ανθρώπων εξαρτάται πλήρως από τα ορυκτά καύσιμα. Το 50% της παγκόσμιας παραγωγής τροφής βασίζεται σε λιπάσματα που παράγονται με τη διαδικασία Χάμπερ–Μπος (Haber–Bosch) από φυσικό αέριο — και δεν υπάρχει υποκατάστατο. Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι το πετρέλαιο μπορεί να έχει ήδη φτάσει στο σημείο αιχμής του (peak oil), καθώς οι νέες ανακαλύψεις βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 75 ετών. Οι ανανεώσιμες πηγές, προσθέτει, δεν επαρκούν: η κατασκευή τους απαιτεί ορυκτά καύσιμα και σπάνια μέταλλα όπως λίθιο, κοβάλτιο και νικέλιο, των οποίων τα αποθέματα ενδέχεται να μην αρκούν για μια παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση.
Εν τω μεταξύ, η φέρουσα ικανότητα του πλανήτη υποβαθμίζεται. Το επιφανειακό έδαφος διαβρώνεται ταχύτερα από ό,τι αναγεννάται — πάνω από 50 δισεκατομμύρια τόνοι έχουν χαθεί μόνο από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες από τον 19ο αιώνα. Οι υδροφόροι ορίζοντες αδειάζουν: ο Ogallala, που εκτείνεται από τη Νότια Ντακότα ως το Τέξας, μπορεί να εξαντληθεί μέσα σε 20 χρόνια. Τα δάση κόβονται ταχύτερα από ό,τι αναπτύσσονται, και τα αλιεύματα εξαντλούνται — ο αρθρογράφος εκτιμά ότι οι ωκεανοί μπορεί να έχουν σχεδόν αδειάσει από ψάρια έως το 2048.
Το δίκτυο Global Footprint Network υπολογίζει ότι η Ημέρα Υπέρβασης της Γης (Earth Overshoot Day) έπεσε στις 28 Ιουλίου — από εκείνο το σημείο, ο πολιτισμός μας καταναλώνει πόρους που είχαν συσσωρευτεί στο παρελθόν, επί εκατομμύρια χρόνια στην περίπτωση των ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δοκίμιο, η ανθρωπότητα βρίσκεται σε υπέρβαση από το 1971, όταν ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 3,7 δισεκατομμύρια — ένδειξη ότι η πραγματική φέρουσα ικανότητα του πλανήτη βρίσκεται κάτω από αυτό το επίπεδο.
Η μελέτη Limits to Growth του MIT και της Λέσχης της Ρώμης (1972) προσομοίωσε με το μοντέλο World3 πέντε παράγοντες. Το σενάριο «business-as-usual» προέβλεπε κορύφωση της οικονομικής ανάπτυξης τη δεκαετία του 2030 και έναρξη κατάρρευσης γύρω στο 2040. Η μεταπτυχιακή έρευνα της Γκάγια Χέρινγκτον στο Harvard διαπίστωσε ότι τα εμπειρικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών ευθυγραμμίζονται περισσότερο με αυτό ακριβώς το σενάριο.
Η κλιματική αλλαγή, σύμφωνα με τον συγγραφέα, επιταχύνει τη διαδικασία. Ο πλανήτης έχει ήδη θερμανθεί κατά περίπου 1,2°C από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά η μισή αύξηση συνέβη τα τελευταία 30 χρόνια — εκθετική και όχι γραμμική εξέλιξη. Οι ξηρασίες πλήττουν τους υδροφόρους ορίζοντες, πλημμύρες κατέστρεψαν πρόσφατα το μισό «καλάθι ψωμιού» του Πακιστάν, η αλιευτική περίοδος για τα καβούρια του χιονιού στην Αλάσκα ακυρώθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία λόγω της εξαφάνισης δισεκατομμυρίων καβουριών, και ο ποταμός Μισισιπής βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλή στάθμη, μπλοκάροντας την αλυσίδα εφοδιασμού των ΗΠΑ.
Ο συγγραφέας αποδίδει την άρνηση πολλών να δεχτούν την κατάρρευση στην πολιτισμική προετοιμασία μας: μάθαμε να ταυτίζουμε την τεχνολογία με την πρόοδο, και η ιδέα ότι η τεχνολογία μπορεί να είναι μέρος του προβλήματος μοιάζει αδιανόητη. Ένα δεύτερο εμπόδιο είναι ο φόβος — ο ίδιος παραδέχεται ότι προσπάθησε σκληρά να πείσει τον εαυτό του ότι η «πράσινη ανάπτυξη» θα λειτουργούσε, προτού καταλήξει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη είναι οξύμωρο σχήμα.
Παρά το ζοφερό μήνυμα, το δοκίμιο κλείνει με έκκληση για κατανόηση και συνεργασία. Ο αρθρογράφος φοβάται ότι, όταν η οικονομία καταρρεύσει, οι άνθρωποι θα στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου — εναντίον μεταναστών, μειονοτήτων ή άλλων εθνών. Η κατάρρευση, γράφει, «δεν είναι ευθύνη κάποιου κακόβουλου 'άλλου' — είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της υπέρβασης, και η υπέρβαση είναι ευθύνη όλων μας». Παραθέτοντας τον Κάτον, σημειώνει ότι η κατανόηση της φύσης του προβλήματος δεν θα μας βοηθήσει να το ξεφύγουμε, αλλά χωρίς αυτήν θα συνεχίσουμε να ενεργούμε με τρόπους που θα το κάνουν χειρότερο.





Σχόλια