Ο Αβραάμ Λίνκολν (Abraham Lincoln) βίωσε επανειλημμένα βαριά κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό, μια πλευρά της ζωής του που εξετάζει το The Marginalian μέσα από επιστολές, ένα ποίημα και μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν. Σε γράμμα προς τον συνεργάτη του στο δικηγορικό γραφείο, λίγες εβδομάδες πριν από τα τριακοστά τρίτα γενέθλιά του, περιέγραφε τον εαυτό του ως τον πιο δυστυχισμένο άνθρωπο στη ζωή. Η ένταση της οδύνης του ήταν τέτοια, έγραφε, ώστε αν μοιραζόταν σε όλη την ανθρωπότητα, κανείς δεν θα μπορούσε να είναι χαρούμενος. Το δημοσίευμα παρακολουθεί αυτή την εμπειρία και προτείνει μια ερμηνεία για τη σχέση της με τη γραφή και τη δημόσια σκέψη του.
Η αφήγηση ξεκινά από την ευαισθησία και τη φιλομάθεια του ως παιδιού και εφήβου. Ο Λίνκολν έλεγε στη θετή αδελφή του ότι η ζωή ενός μυρμηγκιού είναι εξίσου πολύτιμη για το ίδιο όσο η δική μας για εμάς, ενώ επέπληττε άλλα παιδιά για τη βάναυση μεταχείριση θαλάσσιων χελωνών. Αργότερα απομακρυνόταν κρυφά από τις αγροτικές δουλειές για να διαβάσει και να μελετήσει, υπερβαίνοντας τις περιορισμένες εκπαιδευτικές προσδοκίες της οικογένειάς του. Ένας ξάδελφος του θυμόταν αυτή την αφοσίωση ως τεμπελιά, επειδή τον έβλεπε διαρκώς να διαβάζει, να γράφει, να κάνει υπολογισμούς και να συνθέτει ποιήματα.
Η πρώτη σοβαρή καταθλιπτική κρίση που περιγράφεται εκδηλώθηκε πέντε χρόνια αφότου είχε εγκαταλείψει το αγρόκτημα του πατέρα του. Η εξαντλητική μελέτη για τη νομική, μέρα και νύχτα, τον είχε καταπονήσει και είχε χάσει πολύ βάρος. Παράλληλα, μια επιδημία τυφοειδούς πυρετού προκαλούσε πολλούς θανάτους και στοίχισε τη ζωή στην Αν Ράτλετζ (Ann Rutledge), μια νεαρή γυναίκα που κατανοούσε την ευαισθησία του και για την οποία έτρεφε βαθιά αισθήματα. Το άρθρο επισημαίνει ότι η ακριβής φύση της σχέσης τους παραμένει ασαφής και ότι οι μεταγενέστερες ρομαντικές αφηγήσεις στηρίχθηκαν σε λιγοστά στοιχεία.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη εξάντλησης, πένθους και εκτεταμένου θανάτου, οι σκέψεις αυτοκτονίας έγιναν ιδιαίτερα επίμονες. Φίλοι και γείτονες ανησύχησαν τόσο για την κατάστασή του ώστε οργάνωσαν επιτήρηση για να τον προστατεύσουν. Ο Λίνκολν επέζησε της κρίσης, αλλά, σύμφωνα με την αφήγηση, η βαθιά απελπισία επανήλθε πολλές φορές στη ζωή του. Αυτή την επαναλαμβανόμενη εμπειρία εξετάζει ο Τζόσουα Γουλφ Σενκ (Joshua Wolf Shenk) στο βιβλίο Lincoln’s Melancholy: How Depression Challenged a President and Fueled His Greatness, το οποίο αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς του δημοσιεύματος.
Μετά την πρώτη κρίση, ο Λίνκολν έμαθε να κρύβει τη θλίψη του πίσω από το χιούμορ και μια εύθυμη δημόσια παρουσία. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ακόμη και στενοί συνεργάτες του μπορούσαν να μη βλέπουν την απόγνωση που βίωνε. Ωστόσο, η εξοικείωσή του με την ψυχική οδύνη διακρίνεται σε επιστολή προς έναν φίλο που επίσης υπέφερε από κατάθλιψη. Προσπαθώντας να τον παρηγορήσει, περιέγραφε πώς η αδιάκοπη σκέψη μπορεί να εξαντλήσει ακόμη και μια γλυκιά ιδέα και να τη μετατρέψει σε πηγή πικρίας.
Μια διαφορετική έκφραση αυτής της οδύνης ήταν το ποίημα The Suicide’s Soliloquy, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα σε μικρή εφημερίδα του Ιλινόι. Σύμφωνα με το άρθρο, χρειάστηκαν 139 χρόνια για να αποδοθεί η συγγραφή του στον Λίνκολν. Το ποίημα χρησιμοποιεί έναν φανταστικό αφηγητή για να αποτυπώσει την απελπισία και την ιδέα ότι η εξαφάνιση του εαυτού θα μπορούσε να τερματίσει τον ψυχικό πόνο. Το The Marginalian το διαβάζει ως λογοτεχνικό τρόπο διερεύνησης των σκοτεινότερων σκέψεών του, χωρίς να ταυτίζει απλώς τη φωνή του ποιήματος με μια αυτοβιογραφική δήλωση.
Σε μεταγενέστερη οξεία κρίση, ο Λίνκολν έγραφε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει στην ίδια κατάσταση και ότι έπρεπε να γίνει καλύτερα. Η αφήγηση αναφέρει ότι πράγματι η κατάστασή του βελτιώθηκε, παρότι είχε ήδη περιγράψει την κατάθλιψη ως επαναλαμβανόμενη εμπειρία. Το άρθρο συνδέει αυτή την προσωπική διαδρομή με έναν δημόσιο λόγο του, στον οποίο παρουσίαζε την πιθανή καταστροφή του έθνους ως αποτέλεσμα των ίδιων των πράξεών του. Στη συγκεκριμένη πολιτική μεταφορά, η ευθύνη για την επιβίωση μιας ελεύθερης κοινωνίας βρισκόταν στους ανθρώπους που την αποτελούσαν.
Η σύνδεση ανάμεσα στην προσωπική οδύνη και τη συλλογική ευθύνη είναι ο κεντρικός ερμηνευτικός άξονας του δημοσιεύματος. Το The Marginalian υποστηρίζει ότι ο Λίνκολν διοχέτευσε μέρος της εμπειρίας του στην παρηγοριά των άλλων, στη δημιουργία νοήματος και στην πολιτική του έκφραση. Πρόκειται για ανάγνωση της ζωής και των κειμένων του, όχι για ερευνητικό εύρημα που αποδεικνύει ότι η κατάθλιψη παράγει δημιουργικότητα ή πολιτική ικανότητα. Η ιστορία που παρουσιάζεται περιλαμβάνει τόσο τη σοβαρότητα της ψυχικής οδύνης όσο και τη στήριξη των γύρω του και τη δυνατότητα να αλλάξει μια κατάσταση που ο ίδιος βίωνε ως αφόρητη.





Σχόλια