Δείκτες
ΒιογραφίεςΟυδέτερα

Νίκος Καζαντζάκης: η ζωή, το έργο και οι συγκρούσεις ενός παγκόσμιου Έλληνα συγγραφέα

Από την Κρήτη της οθωμανικής περιόδου ως το Φράιμπουργκ, ο Νίκος Καζαντζάκης έγινε ένας από τους σημαντικότερους και πιο πολυμεταφρασμένους Έλληνες συγγραφείς· τα έργα του, όπως η Οδύσεια, ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και ο Τελευταίος Πειρασμός, και οι ιδέες του προκάλεσαν έντονες θρησκευτικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Νίκος Καζαντζάκης: η ζωή, το έργο και οι συγκρούσεις ενός παγκόσμιου Έλληνα συγγραφέα
Nikos Kazantzakis 1904 · Unknown authorUnknown author · Wikimedia Commons, Public domain

Βασικά σημεία

  • Γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1883 και σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, όπου επηρεάστηκε από τον Μπεργκσόν και τον Νίτσε.
  • Το magnum opus του, η Οδύσεια, αποτελείται από 33.333 δεκαεφτασύλλαβους στίχους και εκδόθηκε το 1938 σε μονοτονικό, 44 χρόνια πριν την καθιέρωσή του.
  • Προτάθηκε εννέα φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1947–1957) και εργάστηκε στην UNESCO για την προώθηση μεταφράσεων κλασικών έργων.
  • Η Εκκλησία της Ελλάδος καταδίκασε έργα του, όπως ο Καπετάν Μιχάλης και ο Τελευταίος Πειρασμός, αλλά δεν τον αφόρισε· η ταφή του έγινε στα τείχη του Ηρακλείου, με την επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου ή 2 Μαρτίου 1883, όταν το νησί ανήκε ακόμη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν γιος του εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού Μιχάλη Καζαντζάκη και της Μαρίας Χριστοδουλάκη. Σε ηλικία έξι ετών ο πατέρας του τον πήγε στον «Μεγάλο Πλάτανο» για να φιλήσει τα πόδια των δημογερόντων που είχαν κρεμάσει οι Τούρκοι.

Φοίτησε στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάχθηκε γαλλικά και ιταλικά, και το 1906 αναγορεύθηκε διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα. Η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1905 με μεταφράσεις κειμένων των Ερνέστ Ρενάν, Ζαν Πωλ και Δάντη, ενώ φίλοι του τύπωσαν χωρίς να το ξέρει τη νουβέλα του Όφις και κρίνο με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή. Στο Παρίσι παρακολούθησε διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τον οποίο παρουσίασε αργότερα στην Αθήνα, και εξέδωσε διατριβή για τον Φρειδερίκο Νίτσε.

Το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου. Ως πρόεδρος του Συλλόγου Δημοτικιστών Ηρακλείου «Ο Σολωμός» υπερασπίστηκε τη δημοτική γλώσσα στην εκπαίδευση, ενώ στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο κατατάχθηκε εθελοντής αλλά διορίστηκε στο γραφείο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Το 1914 συνδέθηκε φιλικά με τον Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος, όπου έμειναν περίπου σαράντα ημέρες, και περιηγήθηκαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας αναζητώντας «τη συνείδηση της γης και της φυλής τους». Εκείνη την περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Δάντη, τον οποίο θεωρούσε δάσκαλό του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν.

Το 1919 ο Βενιζέλος τον διόρισε Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό 150.000 Ελλήνων του Καυκάσου. Οι εμπειρίες του από την εγκατάσταση προσφύγων αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, ενώ οι αποτυχημένες επιχειρήσεις με ξυλεία από το Άγιον Όρος με τον Ι. Σκορδίλη και με λιγνιτωρυχείο στη Μάνη με τον εργάτη Γιώργη Ζορμπά έγιναν πρώτη ύλη για τον Βίο και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.

Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ευρώπης, τη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο, την Ιαπωνία και την Κίνα. Το 1922 στη Βιέννη γνώρισε το έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ και βουδιστικά κείμενα.

Τη δεκαετία του 1920 ήταν αριστερός: πήρε συνεντεύξεις από τον Πρίμο ντε Ριβέρα και τον Μπενίτο Μουσολίνι, συνελήφθη το 1925 στο Ηράκλειο επειδή θεωρήθηκε πνευματικός ηγέτης κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων, αλλά αφέθηκε ελεύθερος μετά από είκοσι τέσσερις ώρες. Το 1927 πήγε στη Μόσχα για τα δέκα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης και γνωρίστηκε με τον Παναΐτ Ιστράτι. Το 1928 μίλησαν μαζί στην Αθήνα εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, γεγονός που οδήγησε σε δικαστική δίωξη, αλλά η δίκη δεν έγινε ποτέ. Το 1930 θα δικαζόταν πάλι για αθεϊσμό εξαιτίας της Ασκητικής, όμως ούτε αυτή η δίκη πραγματοποιήθηκε.

Στη δεκαετία του 1930 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, έγραψε γαλλοελληνικό λεξικό και μετέφρασε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Το 1938, μετά από δεκατρία χρόνια, εφτά γραφές και περίπου 15.000 ώρες δουλειάς, εκδόθηκε η Οδύσεια, το magnum opus του: 33.333 δεκαεφτασύλλαβοι στίχοι σε 24 ραψωδίες, με περίπου 7.500 αθησαύριστες λέξεις. Ήταν το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εκδόθηκε σε μονοτονικό σύστημα, 44 χρόνια πριν την καθιέρωσή του.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, παρά τις στερήσεις, ολοκλήρωσε τον Ζορμπά, τη δεύτερη γραφή του Βούδα, τον Προμηθέα, τον Καποδίστρια και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ενώ συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή στη μετάφραση της Ιλιάδας.

Μετά την Απελευθέρωση δραστηριοποιήθηκε πολιτικά: ανέλαβε την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης και διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη από τον Νοέμβριο του 1945 έως τον Ιανουάριο του 1946. Το 1945 απέτυχε να εκλεγεί στην Ακαδημία Αθηνών για δύο ψήφους.

Προτάθηκε εννέα χρονιές για το Βραβείο Νόμπελ, από το 1947 έως το 1957, με συνολικά δεκατέσσερις διαφορετικές προτάσεις. Το 1947 διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών έργων για τη γεφύρωση των πολιτισμών, αλλά παραιτήθηκε το 1948 για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού έργου του.

Το 1953 προσβλήθηκε από μόλυνση στο μάτι και έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στο Φράιμπουργκ σε ηλικία 74 ετών, μετά από ασθένεια που αποδόθηκε σε λευχαιμία ή βαριά ασιατική γρίπη.

Η σχέση του με την Εκκλησία ήταν συγκρουσιακή. Ήδη από το 1928 ο επίσκοπος Σύρου είχε καταδικάσει την Ασκητική. Το 1954, με αφορμή τον Καπετάν Μιχάλη και τον Τελευταίο Πειρασμό, η Ιερά Σύνοδος εξέτασε το ενδεχόμενο αφορισμού του. Ο Τελευταίος Πειρασμός προστέθηκε στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τον Index Librorum Prohibitorum. Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν προχώρησε σε αφορισμό, καθώς ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν αντίθετος και η πνευματική δικαιοδοσία ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Μετά τον θάνατό του, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών απέρριψε το αίτημα για λαϊκό προσκύνημα και η ταφή σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε. Ο Καζαντζάκης τάφηκε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη του Ηρακλείου, όπου χαράχτηκε η επιγραφή που ο ίδιος θέλησε: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

Το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες και έχει διασκευαστεί για θέατρο, κινηματογράφο, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Θεωρείται ο συγγραφέας που καθιέρωσε την ταξιδιωτική λογοτεχνία στα ελληνικά γράμματα, ο πρώτος στην Ελλάδα που έγραψε ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας και ένας από τους πρώτους Έλληνες σεναριογράφους.

Παρά τη διεθνή αναγνώριση, στη ζωή του υβρίστηκε, προπηλακίστηκε και συκοφαντήθηκε όσο ελάχιστοι Νεοέλληνες συγγραφείς. Ο ίδιος, απαντώντας στις απειλές αφορισμού, έγραψε: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».

Σας φάνηκε χρήσιμο αυτό το άρθρο;

Βαθμολογία αναγνωστών: 0 · οι ψήφοι σας μάς βοηθούν να διαλέγουμε τα επόμενα θέματα

Διαβάστε το πρωτότυπο ↗

Το άρθρο βασίζεται σε κείμενα της Βικιπαίδειας και, όπως εκείνα, διατίθεται με άδεια CC BY-SA 4.0. Τα άρθρα γράφονται με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, αποκλειστικά από τα κείμενα των πηγών που αναφέρονται. Οι εικόνες με την ένδειξη «AI» δημιουργούνται επίσης με τεχνητή νοημοσύνη.

⚑ Αναφορά λάθους

Βρήκατε κάποιο λάθος στο άρθρο (γεγονός, μετάφραση, ορθογραφία); Πείτε μας και θα το διορθώσουμε.

Σχόλια

Το Jumpship λειτουργεί προσωρινά μόνο για ανάγνωση. Ψήφοι, σχόλια και σύνδεση επανέρχονται σε λίγα λεπτά.