Σε μια συνομιλία που δημοσιεύεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου 2026 του Resurgence & Ecologist, η οικονομολόγος Kate Raworth και ο συγγραφέας Jeremy Lent εξετάζουν μια ριζική υπόθεση: ότι η μεγαλύτερη δύναμη της ανθρωπότητας μπορεί να μην είναι ο ανταγωνισμός αλλά η συνεργασία. Αφετηρία τους είναι η μεταφορά του εξελικτικού βιολόγου David Sloan Wilson, σύμφωνα με την οποία ο συνεργατικός εαυτός μας μοιάζει με το μαλακό σώμα μιας χελώνας: βγαίνει από το καβούκι μόνο όταν οι συνθήκες είναι ασφαλείς. Η συζήτηση επιχειρεί να δείξει ποιες θεσμικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες θα το επέτρεπαν.
Η Raworth περιγράφει ότι όταν άρχισε να γράφει το "Doughnut Economics" το 2014 στόχευε να αλλάξει το πρόγραμμα σπουδών των οικονομικών στα πανεπιστήμια, αλλά εκεί η αλλαγή υπήρξε μικρή: φοιτητές της λένε ότι διδάσκονται ακόμη τις ιδέες του 20ού αιώνα, και νέοι καθηγητές διστάζουν να διδάξουν διαφορετικά λόγω της πίεσης για μονιμότητα. Αντίθετα, οι ιδέες της εξαπλώθηκαν σε άλλους κλάδους —νομική, υγεία, πολεοδομία, μηχανική, μόδα— και σε πρακτικούς: δήμους, σχολεία, εταιρείες και κοινότητες. Περισσότερες από 50 πόλεις, κωμοπόλεις και περιφέρειες έχουν βάλει τα οικονομικά του ντόνατ στο κέντρο των πολιτικών τους, λέει η Raworth, παρότι γνωρίζουν ότι θα συναντήσουν το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα που τα περιορίζει.
Ο Lent προσθέτει ότι μεμονωμένες ιδέες δεν αρκούν: το βασικό εισόδημα, ο τριπλός λογαριασμός (άνθρωποι, πλανήτης, κέρδος), τα νομικά δικαιώματα της Φύσης και η διαβουλευτική δημοκρατία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο ως μέρος ενός ευρύτερου υφάσματος. Χρησιμοποιεί τον προσαρμοστικό κύκλο του οικολόγου C.S. Holling —ανάπτυξη, διατήρηση, απελευθέρωση, αναδιοργάνωση— για να υποστηρίξει ότι βρισκόμαστε στο τέλος της φάσης διατήρησης ή στην αρχή της φάσης απελευθέρωσης. Εκεί, σύμφωνα με τον Μίλτον Φρίντμαν, οι δράσεις που επιλέγονται σε μια κρίση εξαρτώνται από τις ιδέες που είναι διαθέσιμες· γι’ αυτό, λένε οι δύο συνομιλητές, οι εναλλακτικές δεν πρέπει απλώς να υπάρχουν στα χαρτιά, αλλά να λειτουργούν ήδη.
Απέναντι στο σύνθημα της Μάργκαρετ Θάτσερ "δεν υπάρχει εναλλακτική", ο Lent παρουσιάζει το βιβλίο του "Ecocivilization" ως μια διάψευση αυτού του μύθου. Δίνει ως παράδειγμα τις συνελεύσεις πολιτών: άνθρωποι που επιλέγονται με κλήρωση για να διαβουλευθούν σύνθετα ζητήματα. Η πρώτη αντίδραση πολλών είναι ότι πρόκειται για γελοία ιδέα, αλλά στην πράξη, όταν η διαδικασία διευκολύνεται σωστά, οι συμμετέχοντες αλληλοσέβονται, αλλάζουν πολωμένες απόψεις και καταλήγουν σε πιο προσεκτικές λύσεις από ό,τι τα κόμματα. Ο ίδιος τονίζει ότι οι άνθρωποι εξελίχθηκαν για να ευημερούν μέσα από τη συνεργασία και την κοινότητα, όχι μέσα από συστήματα που τους χωρίζουν.
Η Raworth ασκεί κριτική στο μοντέλο του "ορθολογικού οικονομικού ανθρώπου" που διδάσκεται στα οικονομικά: μόνος, με χρήματα στο χέρι, εγωισμό στην καρδιά, κομπιουτεράκι στο κεφάλι και τη Φύση στα πόδια του. Η έρευνα, λέει, δείχνει ότι όσο περισσότερο διδάσκονται οι φοιτητές αυτό το μοντέλο τόσο περισσότερο το μιμούνται. Αντίθετα, οι άνθρωποι είναι από τα πιο κοινωνικά θηλαστικά· έχουμε μέσα μας και το περιστέρι και το φίδι, κατά τον Χιουμ, και το δωμάτιο στο οποίο μπαίνουμε καθορίζει ποιο κομμάτι θα ενεργοποιηθεί. Οι αρχές σχεδιασμού των κοινών της Elinor Ostrom και η μεταφορά της χελώνας δείχνουν, κατά την ίδια, ότι χρειαζόμαστε θεσμούς που κάνουν ασφαλή τη συνεργασία και επιτρέπουν να ξαναχτίσουμε τα κοινά.
Ο Lent αναφέρεται στον David Bollier, που περιγράφει το "commoning" ως οντολογική μετατόπιση: από την αντίληψη του ατόμου που βλέπει τους άλλους και τον κόσμο ως πόρους προς εκμετάλλευση, στην αίσθηση ότι ανήκουμε σε ομάδες και φροντίζουμε ο ένας τον άλλον. Παραδείγματα που ήδη λειτουργούν είναι η Wikipedia, που ξεπέρασε τις εμπορικές εγκυκλοπαίδειες χωρίς εμπορικό κίνητρο, και το ολλανδικό δίκτυο κατ’ οίκον φροντίδας Buurtzorg, οργανωμένο ως κοινό γύρω από τη σχέση φροντιστή–ασθενούς, με μεγαλύτερη εργασιακή ικανοποίηση και λιγότερες νοσηλείες. Προσθέτει τη δουλειά της εξελικτικής ψυχολόγου Darcia Narvaez για την "εξελιγμένη φωλιά": τα βρέφη των νομαδικών κυνηγετικών κοινωνιών μεγαλώνουν σχεδόν αντίθετα από ό,τι στις κυρίαρχες κοινωνίες, κάτι που εξηγεί μέρος της δυσφορίας και της αντικοινωνικής συμπεριφοράς.
Η συζήτηση στρέφεται στην ψηφιακή τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη. Η Raworth ανησυχεί ότι, τη στιγμή που καταλαβαίνουμε την ανάγκη σύνδεσης με τα ζωντανά δίκτυα της Γης, τα ψηφιακά δίκτυα απορροφούν την προσοχή μας. Ο Lent μιλά για "επιστημικό χάος" και μια μορφή συλλογικής ψύχωσης, αλλά διευκρινίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή, αλλά τα κίνητρα όσων την ελέγχουν: οι μέτοχοι απαιτούν μέγιστα κέρδη, τα δεδομένα που ανήκουν σε όλους περικλείονται σε λίγους, και οι αλγόριθμοι έχουν κίνητρο να προωθούν ψέματα, αφού αυτά εξαπλώνονται ταχύτερα και αναπαράγονται περισσότερο. Το σύστημα, λέει, δεν είναι χαλασμένο· κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε: να αντλεί πλούτο και προσοχή προς μια μικρή ελίτ.
Στο ζήτημα της χρηματοδότησης, η Raworth μιλά για "εταιρική ψυχοθεραπεία": αντί να συζητά μόνο τον σχεδιασμό προϊόντων, ρωτά ποιος είναι ο σκοπός, η διακυβέρνηση, η ιδιοκτησία και η χρηματοδότηση μιας εταιρείας. Οι εταιρείες που ανήκουν σε μετόχους πιέζονται να αποδίδουν 15–20% στην αγορά, κάτι που καθιστά σχεδόν αδύνατη την αναγεννητική στροφή. Ο Lent σημειώνει ότι το χρήμα δημιουργείται ως χρέος από ιδιωτικές τράπεζες και όχι από κυβερνήσεις, και ότι υπάρχουν προτάσεις να δημιουργείται απευθείας από το κράτος εκεί όπου χρειάζεται. Υπενθυμίζει επίσης ότι οι συνεταιρισμοί —όπως η Mondragon και το δίκτυο της Εμίλια-Ρομάνια— μπορούν να λειτουργήσουν σε μεγάλη κλίμακα, και ότι μια καλή ιδέα δεν πρέπει να ξεκινά ως κερδοσκοπική εταιρεία, γιατί όσο μεγαλύτερη είναι η επιτυχία της τόσο περισσότερο θα την παρασύρει το ίδιο σύστημα άντλησης.
Οι δύο συνομιλητές απορρίπτουν τόσο την εφησυχαστική αισιοδοξία όσο και την παραλυτική απαισιοδοξία.
Το μήνυμά τους είναι ότι οι ιδέες για έναν οικολογικό πολιτισμό δεν είναι ουτοπία, αλλά ένα συνονθύλευμα από ήδη λειτουργικές πρακτικές που περιμένουν να συνδεθούν.





Σχόλια