Ο Ολλανδός ιστορικός και συγγραφέας Rutger Bregman συνομιλεί με τον Νέιτ Χέιγκενς (Nate Hagens) στο podcast The Great Simplification με αφορμή το βιβλίο του Moral Ambition. Ο Bregman, που έχει γράψει τέσσερα βιβλία για την ιστορία, τη φιλοσοφία και τα οικονομικά και ίδρυσε το 2024 το School for Moral Ambition, εξηγεί ότι η ηθική φιλοδοξία συνδυάζει τον ιδεαλισμό ενός ακτιβιστή με την επιχειρηματική φιλοδοξία ενός επιχειρηματία. Στόχος, όπως λέει, δεν είναι να κάνει κανείς τον κόσμο «λίγο» καλύτερο, αλλά να επιδιώξει μεγάλες, κλιμακούμενες λύσεις απέναντι σε πολύ μεγάλα προβλήματα.
Ο Bregman παραδέχεται ότι τον ενοχλεί η συνήθης έκφραση «θέλω απλώς να κάνω τον κόσμο λίγο καλύτερο». Εξηγεί ότι η ηθική φιλοδοξία είναι η αναγνώριση ότι, αν τα προβλήματα είναι τεράστια, τότε και οι λύσεις πρέπει να είναι μεγάλες. Σε ερώτηση του Χέιγκενς για το αν η αλλαγή θα προέλθει από λίγους εξαιρετικά επιτυχημένους ή από πολλές μικρές συνεισφορές, απαντά ότι μπορεί να ισχύουν και τα δύο, όπως σε ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο: κάποια εγχειρήματα αποτυγχάνουν, αλλά μερικά αλλάζουν την ιστορία.
Χρησιμοποιεί ως ιστορικό παράδειγμα το βρετανικό κίνημα κατάργησης της δουλείας. Η Βρετανική Εταιρεία για την Κατάργηση του Δουλεμπορίου ιδρύθηκε από δώδεκα ανθρώπους, από τους οποίους οι δέκα ήταν επιχειρηματίες. Όταν ξεκίνησαν το 1787, οι υποστηρικτές της κατάργησης ήταν ελάχιστοι, ίσως πενήντα έως εκατό άνθρωποι σε όλη τη χώρα. Το κίνημα όμως μεγάλωσε και παρέσυρε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, αποδεικνύοντας ότι οι ηθικοί πρωτοπόροι χρειάζονται και ένα ευρύτερο δίκτυο στήριξης.
Ο Bregman υποστηρίζει ότι ο σημερινός ορισμός της επιτυχίας μάς καταστρέφει. Επικαλείται την American Freshmen Survey, σύμφωνα με την οποία στα τέλη της δεκαετίας του 1960 πάνω από το 90% των φοιτητών θεωρούσε σημαντικό στόχο τη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής φιλοσοφίας ζωής, ενώ σήμερα το ποσοστό έχει πέσει στο 50%. Την ίδια περίοδο, όσοι δηλώνουν ότι βασικός στόχος είναι το χρήμα αυξήθηκαν από περίπου 50% σε περίπου 90%. Ο ίδιος το ερμηνεύει ως αναζήτηση κύρους και αναγνώρισης, όχι απλώς ως απληστία.
Η επιτυχία, τονίζει, είναι ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα που μπορεί να αλλάξει. Οι ελίτ της προοδευτικής εποχής στις ΗΠΑ, όπως και οι Βρετανοί καταργητές της δουλείας, επαναπροσδιόρισαν τι σημαίνει επιτυχημένος άνθρωπος: από την έπαυλη και το χρήμα, προς το να κάνει κανείς πραγματικό καλό. Αυτό έγινε σύμβολο κοινωνικής θέσης. Προσθέτει ότι, ακόμη κι αν κάποιος ξεκινήσει για εξωτερικούς λόγους, η ίδια η δράση συχνά τον αλλάζει και αρχίζει να νοιάζεται πραγματικά.
Ο Bregman συνδέει τη συζήτηση με την ανάγκη να διευρύνουμε τον ορισμό της απόδοσης. Αναφέρει την παλαιότερη κριτική του στο ΑΕΠ, το οποίο χαρακτηρίζει χρήσιμο αλλά παραπλανητικό εργαλείο που κληρονομήσαμε από τον σχεδιασμό πολέμου. Μιλά επίσης για την προσωπική του εμπειρία με την οργάνωση Giving What We Can, όπου δεσμεύτηκε να δωρίζει το 10% του εισοδήματός του. Όταν άρχισε να παρακολουθεί τις δωρεές του σαν χαρτοφυλάκιο, βίωσε μια ψυχολογική μετατόπιση: οι δωρεές δεν ήταν πια χαμένα χρήματα, αλλά ένα ηθικό χαρτοφυλάκιο που παράγει απόδοση και μπορεί να μεγαλώσει.
Σημαντικό στοιχείο της ηθικής φιλοδοξίας είναι η επιμονή στον χρόνο. Ο Bregman θυμίζει ότι από τους δώδεκα ιδρυτές της βρετανικής αντιδουλεμπορικής εταιρείας μόνο ένας ήταν εν ζωή όταν καταργήθηκε τελικά η δουλεία στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Αντίστοιχα, από τις 68 γυναίκες που συναντήθηκαν στο Seneca Falls το 1848, μόνο μία ζούσε το 1920, όταν οι γυναίκες κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου στις ΗΠΑ. Αυτή η επιμονή, λέει, δείχνει ότι συμμετέχεις σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό σου.
Ο Bregman εξηγεί ότι το κίνημα της κατάργησης της δουλείας στη Βρετανία δεν ήταν μόνο αλτρουισμός. Μετά την Αμερικανική Επανάσταση, η Βρετανία περνούσε κρίση ταυτότητας και οι καταργητές αξιοποίησαν αυτή τη συγκυρία λέγοντας ότι η χώρα μπορούσε να εξιλεωθεί αν γινόταν ο μεγάλος αντίπαλος της δουλείας. Ήταν, όπως λέει, ένα μείγμα γνήσιας συμπόνιας, επιθυμίας για κύρος και διάθεσης να ζήσει κανείς μια ζωή που αξίζει να τη θυμάται κανείς. Τονίζει ότι θυμόμαστε τους καταργητές επειδή άλλαξαν την ιστορία, όχι επειδή ήταν πλούσιοι.
Ο Bregman περιγράφει το School for Moral Ambition ως προσπάθεια να περάσει κανείς από την ευαισθητοποίηση στη δράση. Ασκεί κριτική στον ίδιο του τον εαυτό, λέγοντας ότι πέρασε μια δεκαετία στο «business της ευαισθητοποίησης», με βιβλία, άρθρα και ομιλίες, χωρίς πάντα να ακολουθεί πραγματική αλλαγή. Το σχολείο έχει πλέον 17.000 μέλη σε περισσότερες από εκατό χώρες και προσφέρει υποτροφίες που πληρώνουν ανθρώπους για να παραιτηθούν από τη δουλειά τους και να εργαστούν πάνω σε πιεστικά προβλήματα. Όλα τα έσοδα από το βιβλίο πηγαίνουν στο κίνημα.
Οι επτά αρχές του κινήματος είναι η δράση, το αποτέλεσμα, η ριζική συμπόνια, η ανοιχτότητα, η καλοσύνη, ο ενθουσιασμός και η επιμονή. Στο πλαίσιο του αποτελέσματος, χρησιμοποιούν το πλαίσιο SSS: εστιάζουν σε προβλήματα που είναι sizable, solvable και sorely neglected, δηλαδή μεγάλα, επιλύσιμα και επώδυνα παραμελημένα. Για τη ριζική συμπόνια, επεκτείνουν τον ηθικό κύκλο και στα ζώα, αναφέροντας ως παράδειγμα το Shrimp Welfare Project και τις εκατοντάδες δισεκατομμύρια γαρίδες που θανατώνονται κάθε χρόνο.
Ο Bregman αντιπαραθέτει την εμμονή του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος με το αποτύπωμα με την ανάγκη να αναζητούμε το ηθικό μέγιστο. Λέει ότι το να τρώει κανείς φυτικά, να οδηγεί ηλεκτρικό αυτοκίνητο ή να μειώνει τη ζημιά του είναι μέρος μιας «ηθικής υγιεινής», αλλά δεν αρκεί. Αν όλοι απλώς ελαχιστοποιούσαν το αποτύπωμά τους, το αποτέλεσμα θα ήταν σχεδόν σαν να μην υπήρξαν. Χρειάζεται, όπως λέει, η λογική της Silicon Valley: όχι «ως εδώ», αλλά «ο ουρανός είναι το όριο» στη θετική επίδραση.
Η ηθική φιλοδοξία, τονίζει, δεν αφορά μόνο τους προνομιούχους. Επικαλείται την έρευνα για τους Ολλανδούς αντιστασιακούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έδειξε ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος ψυχολογικός τύπος ή κοινωνικό προφίλ: στο 96% των περιπτώσεων οι άνθρωποι δέχθηκαν επειδή κάποιος τους το ζήτησε. Αναφέρει τη Rosa Parks ως μοδίστρα και έμπειρη ακτιβίστρια, και τον Nelson Mandela που εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος και φύλακας ορυχείου. Παράλληλα ασκεί κριτική στο «Τρίγωνο των Βερμούδων» των ταλέντων: τη συμβουλευτική, το εταιρικό δίκαιο και τη χρηματοοικονομική, που απορροφούν πολλούς αποφοίτους του Harvard.
Ο Bregman θεωρεί ότι ζούμε μια δεύτερη Χρυσή Εποχή και ότι χρειαζόμαστε μια νέα προοδευτική εποχή. Θυμίζει ότι μετά τη Χρυσή Εποχή ήρθαν ο φόρος εισοδήματος, το οκτάωρο και το σπάσιμο μονοπωλίων όπως η Standard Oil. Επιμένει ότι η αλλαγή δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε ζοφερές προειδοποιήσεις. Ο Martin Luther King, λέει, δεν είπε «έχω έναν εφιάλτη», αλλά «έχω ένα όνειρο». Το ίδιο ισχύει για την τεχνολογία: αντί μόνο για μαύρα σενάρια τύπου Black Mirror, χρειαζόμαστε και μια θετική αφήγηση για το πώς μπορεί να υπηρετήσει τον άνθρωπο.
Οι τρέχουσες υποτροφίες του School for Moral Ambition επικεντρώνονται σε τρεις τομείς: την καταπολέμηση της καπνοβιομηχανίας, τη φορολογική δικαιοσύνη με στόχο έναν παγκόσμιο φόρο στους δισεκατομμυριούχους και τη μεταρρύθμιση του διατροφικού συστήματος. Ο Bregman λέει ότι ο καπνός ευθύνεται για οκτώ εκατομμύρια θανάτους ετησίως, πολλαπλάσιους από τα θύματα φυσικών καταστροφών. Υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της ιεράρχησης, λέγοντας ότι ορισμένες παρεμβάσεις μπορεί να είναι εκατό ή χίλιες φορές πιο αποτελεσματικές από άλλες.
Κλείνοντας, ο Bregman δίνει δύο συμβουλές. Η πρώτη είναι να μη νιώθει κανείς ότι πρέπει να ανησυχεί για τα πάντα· είναι προτιμότερο να διαλέξει έναν ή δύο τομείς που τον ενδιαφέρουν πραγματικά και να ενημερώνεται γι’ αυτούς. Η δεύτερη είναι ότι τα είκοσί μας χρόνια δεν είναι για να αναβάλλουμε, αλλά για να δεσμευόμαστε. Συμβουλεύει να μην κυνηγάμε μόνο τη διατήρηση επιλογών, αλλά να βρίσκουμε μια μικρή ομάδα ανθρώπων με τους οποίους θα κάνουμε τη διαδρομή στην πραγματική ζωή, γιατί η αλλαγή είναι συλλογική υπόθεση.





Σχόλια