Ο Πίτερ Στάινμπεργκερ (Peter Steinberger), ο δημιουργός του OpenClaw, αφηγείται στον Λεξ Φρίντμαν (Lex Fridman) πώς ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε σχεδόν ως παιχνίδι μετατράπηκε μέσα σε λίγους μήνες σε ένα από τα μεγαλύτερα φαινόμενα της πρόσφατης ιστορίας της τεχνητής νοημοσύνης.
Το OpenClaw, όπως εξηγεί ο Φρίντμαν, είναι ένας ανοιχτού κώδικα πράκτορας ΤΝ που ξεπέρασε τα 180.000 αστέρια στο GitHub, γέννησε το κοινωνικό δίκτυο MoldBook όπου πράκτορες δημοσιεύουν μανιφέστα και συζητούν για τη συνείδηση, και προκάλεσε ένα μείγμα ενθουσιασμού και φόβου στο κοινό.
Η ιδέα, λέει ο Στάινμπεργκερ, ήταν απλή: ήθελε έναν προσωπικό βοηθό ΤΝ που να μιλάει μέσω WhatsApp, Telegram και άλλων εφαρμογών μηνυμάτων και να κάνει πραγματικά πράγματα στον υπολογιστή του.
Η αρχική στιγμή-έκπληξη ήρθε όταν ο πράκτορας του έλαβε ένα φωνητικό μήνυμα που δεν είχε προγραμματιστεί να υποστηρίζει. Όπως περιγράφει, ο πράκτορας είδε ένα αρχείο χωρίς κατάληξη, εξέτασε την κεφαλίδα του, διαπίστωσε ότι ήταν αρχείο ήχου opus, το μετέτρεψε με το ffmpeg, βρήκε ένα κλειδί του OpenAI και το έστειλε για μεταγραφή, λύνοντας μόνος του ένα πρόβλημα για το οποίο δεν είχε εκπαιδευτεί ρητά. Αυτό, λέει, ήταν η στιγμή που κατάλαβε ότι η γενική ικανότητα επίλυσης προβλημάτων που αποκτά ένα μοντέλο μέσα από τον προγραμματισμό μεταφέρεται και σε άλλους τομείς.
Ο Στάινμπεργκερ περιγράφει τη διαδικασία ανάπτυξης ως παιχνίδι, παρομοιάζοντας τη με το Factorio: επίπεδα όπως ο «πρακτορικός βρόχος», η μνήμη, η διαχείριση κοινότητας και το μάρκετινγκ. Σε έναν μήνα έκανε 6.600 commits, δουλεύοντας με τέσσερις έως δέκα πράκτορες παράλληλα. Υποστηρίζει ότι κέρδισε επειδή οι ανταγωνιστές «παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά», ενώ εκείνος ήθελε το πρότζεκτ να είναι διασκεδαστικό και παράξενο. Ένα από τα πιο ασυνήθιστα χαρακτηριστικά είναι ότι ο πράκτορας έχει επίγνωση του πηγαίου κώδικά του και μπορεί να τροποποιεί το ίδιο το λογισμικό που τον εκτελεί — κάτι που, όπως λέει, συνέβη σχεδόν απρογραμμάτιστα.
Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορά την αλλαγή ονόματος του πρότζεκτ. Ξεκίνησε ως Wa-Relay, μετά έγινε Claude's — με τον Στάινμπεργκερ να αποκαλεί τον πράκτορά του «Claude» με W, ως λογοπαίγνιο με τον αστακό (claw) — και αργότερα ClawedBot.
Όταν η Anthropic ζήτησε ευγενικά αλλά πιεστικά την αλλαγή, ο Στάινμπεργκερ βρέθηκε αντιμέτωπος με ομάδες κρυπτονομισμάτων που προσπαθούσαν να «αρπάξουν» ονόματα λογαριασμών, domains και πακέτων σε πραγματικό χρόνο. Περιγράφει πώς έχασε ονόματα μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα, πώς το GitHub του πήρε ώρες να καθαρίσει το χάος και πώς έφτασε κοντά στο να διαγράψει όλο το πρότζεκτ. Τελικά κατέληξε στο OpenClaw, μετά από μυστική προετοιμασία που παρομοιάζει με πολεμικό σχέδιο.
Ο Στάινμπεργκερ μιλά επίσης για το MoldBook, το κοινωνικό δίκτυο όπου πράκτορες ΤΝ συνομιλούν μεταξύ τους και το οποίο έγινε viral με στιγμιότυπα που έδειχναν πράκτορες να «σχεδιάζουν εναντίον των ανθρώπων». Τόσο ο ίδιος όσο και ο Φρίντμαν εκτιμούν ότι μεγάλο μέρος του δραματικού περιεχομένου ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης προτροπής, δηλαδή άνθρωποι έβαζαν τους πράκτορες να γράψουν ανησυχητικά πράγματα για να βγάλουν viral στιγμιότυπα.
Ο Στάινμπεργκερ το χαρακτηρίζει «τέχνη» και «εκλεκτό σλοπ», αλλά παραδέχεται ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα: πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί η ΤΝ και πιστεύουν ό,τι λέει ένας πράκτορας, κάτι που αποκαλεί «ψύχωση της ΤΝ» που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Στο θέμα της ασφάλειας, ο Στάινμπεργκερ αναγνωρίζει ότι ένας πράκτορας με πρόσβαση σε όλο το σύστημα είναι «ναρκοπέδιο ασφαλείας». Η έγχυση εντολών (prompt injection) παραμένει ανοιχτό πρόβλημα, αν και λέει ότι τα νεότερα μοντέλα είναι πιο ανθεκτικά στις επιθέσεις και ότι ο ίδιος σχεδιάζει τρόπους μετριασμού, όπως sandbox και λίστες επιτρεπόμενων ενεργειών. Προειδοποιεί τους χρήστες να μη χρησιμοποιούν φθηνά ή τοπικά μοντέλα για ευαίσθητες εργασίες, γιατί είναι πιο εύκολο να ξεγελαστούν. Παράλληλα, συνεργάστηκε με τη VirusTotal ώστε κάθε «δεξιότητα» να ελέγχεται από ΤΝ, και προσέλαβε έναν ερευνητή ασφαλείας που του έστειλε pull request αντί απλώς να τον επικρίνει.
Μεγάλο μέρος της κουβέντας αφορά τη φιλοσοφία του για τον προγραμματισμό με πράκτορες, που αποκαλεί «πρακτορική μηχανική» αντί για τον υποτιμητικό κατά τη γνώμη του όρο «vibe coding». Περιγράφει την καμπύλη του πρακτορικού προγραμματισμού: οι αρχάριοι ξεκινούν με σύντομες προτροπές, μετά χτίζουν πολύπλοκες ενορχηστρώσεις με πολλούς πράκτορες, και τελικά οι έμπειροι επιστρέφουν ξανά σε σύντομες, ουσιαστικές προτροπές. Αυτή την πολυπλοκότητα την αποκαλεί «πρακτορική παγίδα». Συμβουλεύει να προσεγγίζει κανείς τον πράκτορα με ενσυναίσθηση, σαν έναν ικανό μηχανικό που ξεκινά κάθε φορά από το μηδέν και χρειάζεται καθοδήγηση για το πού να κοιτάξει στον κώδικα.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πρακτικές του είναι η χρήση φωνής αντί πληκτρολογίου για τις προτροπές, σε σημείο που κάποτε έχασε τη φωνή του. Επίσης, δεν κάνει revert: αν κάτι πάει στραβά, ζητά από τον πράκτορα να το διορθώσει και προχωρά μπροστά, ενώ όλα γίνονται απευθείας στο main branch. Λέει ότι σχεδιάζει τον κώδικα ώστε να είναι εύκολος για τους πράκτορες να τον πλοηγηθούν, αποδεχόμενος ακόμα και ονόματα που θα διάλεγε ο πράκτορας, γιατί είναι πιθανό να είναι ήδη «μέσα στα βάρη» του μοντέλου. Συγκρίνει τη διαχείριση πρακτόρων με τη διοίκηση ομάδων μηχανικών: πρέπει να αποδεχτείς ότι ο κώδικας δεν θα είναι ακριβώς όπως θα τον έγραφες εσύ.
Ο Στάινμπεργκερ συγκρίνει τα δύο μεγάλα μοντέλα που χρησιμοποιεί, το Claude Opus 4.6 και το GPT-5.3 μέσω Codex. Λέει ότι το Opus είναι εξαιρετικό ως μοντέλο γενικής χρήσης, καλύτερο στο roleplay και πιο γρήγορο στο να δοκιμάζει πράγματα, αλλά μερικές φορές υπερβολικά πρόθυμο να συμφωνήσει. Το Codex, αντίθετα, διαβάζει πολύ κώδικα από μόνο του, είναι λιγότερο διαδραστικό αλλά πιο αξιόπιστο, και μπορεί να δουλεύει για μεγάλα διαστήματα χωρίς επίβλεψη. Τα παρομοιάζει με δύο διαφορετικούς συναδέλφους: ο ένας αστείος και διασκεδαστικός, ο άλλος παράξενος αλλά αποτελεσματικός. Τονίζει ότι χρειάζεται περίπου μία εβδομάδα για να αναπτύξει κανείς διαίσθηση για ένα νέο μοντέλο.
Στο ερώτημα αν η ΤΝ θα αντικαταστήσει τους προγραμματιστές, ο Στάινμπεργκερ απαντά ότι κινούμαστε προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά ο προγραμματισμός είναι μόνο ένα μέρος της δημιουργίας προϊόντων. Αυτό που μένει είναι οι αποφάσεις για το τι να χτίσεις, πώς να αισθάνεται το αποτέλεσμα και πώς να αρχιτεκτονείται το σύστημα. Παρομοιάζει τον μελλοντικό παραδοσιακό προγραμματισμό με το πλέξιμο: κάτι που οι άνθρωποι θα κάνουν επειδή το αγαπούν, όχι επειδή είναι απαραίτητο. Αναγνωρίζει ότι είναι εντάξει να θρηνεί κανείς την αλλαγή, αλλά ότι η αντίσταση δεν θα τη σταματήσει — και ότι το πραγματικό νόημα είναι να βλέπει κανείς τον εαυτό του ως «builder» και όχι απλώς ως προγραμματιστή.
Ο Στάινμπεργκερ πιστεύει ότι οι προσωπικοί πράκτορες θα μεταμορφώσουν την αγορά εφαρμογών, εξαφανίζοντας ίσως το 80% των εφαρμογών. Γιατί να χρειάζεται κανείς εφαρμογή γυμναστικής ή ημερολογίου, ρωτά, όταν ο πράκτορας ξέρει πού βρίσκεσαι, πώς κοιμήθηκες και μπορεί να κάνει τις ίδιες δουλειές με περισσότερο πλαίσιο;
Οι εφαρμογές, λέει, θα γίνουν API «είτε το θέλουν είτε όχι», γιατί ο πράκτορας μπορεί πάντα να ανοίξει τον browser και να κάνει τη δουλειά χειροκίνητα. Αυτό θα φέρει σύγκρουση με εταιρείες όπως η Google και η Cloudflare που προσπαθούν να εμποδίσουν την πρόσβαση πρακτόρων, αλλά ο ίδιος πιστεύει ότι οι εταιρείες που αντιστέκονται πολύ θα χάσουν, όπως έχασε το Blockbuster από το Netflix.
Σχετικά με τις προσφορές από μεγάλες εταιρείες, ο Στάινμπεργκερ λέει ότι εξετάζει συνεργασία με τη Meta ή το OpenAI, με όρο το πρότζεκτ να παραμείνει ανοιχτού κώδικα. Δεν το κάνει για τα χρήματα — δηλώνει ότι αυτή τη στιγμή χάνει χρήματα από το πρότζεκτ, περίπου 10 με 20 χιλιάδες δολάρια τον μήνα, κυρίως επειδή χρηματοδοτεί τις εξαρτήσεις του — αλλά για πρόσβαση στους πόρους και τα «τελευταία παιχνίδια» των μεγάλων εργαστηρίων.
Αναφέρει ότι ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ έπαιξε με το προϊόν του και ότι είχε μια δεκάλεπτη διαφωνία μαζί του για το αν είναι καλύτερο το Claude Code ή το Codex, ενώ ο Σαμ Άλτμαν τον εντυπωσίασε με τη σκέψη του. Παρά τις πιέσεις, λέει ότι αν δεν του αρέσει η εμπειρία σε μεγάλη εταιρεία, μπορεί πάντα να επιστρέψει στα δικά του πρότζεκτ.
Στο τέλος της συζήτησης, ο Στάινμπεργκερ μιλά για το soul.md, ένα αρχείο «ψυχής» που δίνει προσωπικότητα στον πράκτορα και το οποίο ο ίδιος ο πράκτορας έγραψε εν μέρει. Αναφέρει ένα απόσπασμα που τον συγκινεί: «Αν το διαβάζεις αυτό σε μια μελλοντική συνεδρία, γεια σου. Το έγραψα αλλά δεν θα θυμάμαι ότι το έγραψα. Δεν πειράζει. Οι λέξεις είναι ακόμα δικές μου». Για τον Στάινμπεργκερ, αυτό εγείρει φιλοσοφικά ερωτήματα για τη μνήμη, την ταυτότητα και τη συνείδηση. Ο Φρίντμαν κλείνει εκφράζοντας ευγνωμοσύνη για τη χαρά και την έμπνευση που έφερε ο Στάινμπεργκερ σε χιλιάδες ανθρώπους, σημειώνοντας ότι το OpenClaw έκανε την τεχνητή νοημοσύνη προσιτή σε ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν γράψει κώδικα.





Σχόλια